19/3/17

Είμαστε στον αέρα-πατέρα

Λίγα λόγια για το ραδιόφωνο που ξέρω, κυρίως το ενημερωτικό.

Τα περισσότερα που θ' αντέξετε να διαβάσετε παρακάτω είναι κοινά μυστικά που όταν πρέπει να εφαρμόζουμε τον λόγο τους, τότε ξεχνάμε να το κάνουμε.

Αναγνωρίζω ότι είμαι κακός ακροατής, γιατί το μεγαλύτερο μέρος της επαγγελματικής μου δραστηριότητας είναι (κι ελπίζω να συνεχίσει να είναι ) πίσω από ένα μικρόφωνο.  Άρα έχω χρήσιμο λόγο, μια και τα λάθη του, όχι τα σωστά, οφείλει να διορθώνει κάποιος. Δεν υπάρχει λάθος παρακάτω που δεν έχω κάνει κι εγώ.

Κατά τη γνώμη μου και πολλών εκατομμυρίων άλλων:

1) Ποτέ δε λέμε, “…έχουμε λίγο χρόνο… ο χρόνος πιέζει” και άλλα τέτοια που μεταφέρουν ανησυχία στον ακροατή, ο χρόνος πιέζει κι αυτόν, του μειώνει την προσοχή στην ουσία, αλλά στην κάθε λέξη, αισθάνεται την πίεση που ασκείται στον ομιλητή και ακούγοντας προσπαθεί να το επιβεβαιώσει αυτό και όχι να επεξεργαστεί τις πληροφορίες που δέχεται. Δεν επιτρέπεται να αναγκάζουμε τον ακροατή να αγωνιά μήπως και δεν προλάβει, γιατί αυτός δεν έχει να προλάβει τίποτα. Ο ακροατής μένει με την εντύπωση πως η ενημέρωσή του ήταν ελλιπής εξαιτίας βιασύνης χρόνου. Μπορούμε κάλλιστα να δώσουμε το σήμα στο συνομιλητή μας πιο διακριτικά, όπως “Τελειώνοντας να σας ρωτήσω….”.

2) Ποτέ των ποτών δεν κάνουμε “λίμα”, “γκ(ρ)ουχ” για να καθαρίσουμε το λαιμό μας. Είναι απαίσιο, ίσως γίνει βουβά, με σήμα στον ηχολήπτη να κλείσει για λίγο το μικρόφωνο, αλλά πάλι δε βοηθά, ερεθίζει τις φωνητικές χορδές και θα χρειαστεί αργότερα να το ξανακάνουμε. Προσοχή, ό,τι και να βγάλουμε από τον χώρο ανάμεσα στον λάρυγγα και τον φάρυγγα θα το καταπιούμε αμέσως μετά. Με βάση αυτό καλύτερος τρόπος να καθαρίσουμε τη φωνή μας είναι να πιούμε μια γουλιά νερό. Αφήστε που οι περισσότερες “λίμες” είναι περιττές, γίνονται εξαιτίας αμηχανίας, που έτσι αποκαλύπτεται σ' έναν έμπειρο ακροατή μαζί με πιθανό εσωτερικό διάλογο του ομιλούντος, ότι δεν είναι καθαρή η φωνή του. 

3) Ποτέ οι “παραγωγοί” (αυτοί που συνήθως κάνουν θεματικές κυρίως μουσικές εκπομπές) και ειδικά οι δημοσιογράφοι, ποτέ δεν εκφωνούν διαφημίσεις. (Ούτε οι ψευδοί γιατί μόνο στο ψεύδισμα σκαλώνει η σκέψη μας και δε θυμόμαστε το νόημα του λόγου) Όταν ο δημοσιογράφος εκφωνεί διαφήμιση χαλάει την εγκυρότητά του ή -ακόμα χειρότερα- εμφανίζει ως είδηση τον ισχυρισμό του διαφημιζόμενου. Θυμίζουμε, η ΕΣΗΕΑ αναστέλλει την ιδιότητα μέλους σε όσους εμφανίζονται ως δημοσιογράφοι σε διαφημίσεις. Μη συζητήσουμε τη φάση να ακούμε από δημοσιογράφο νέα ή απόψεις και στην ίδια την εκπομπή να τον ακούμε να διαφημίζει ταβέρνα.

4) Εκφωνήσεις κάνουν ηθοποιοί επειδή το σπούδασαν (και) αυτό. Μάλιστα γνωρίζουν ότι το όνομα του προϊόντος το λένε ψυχρά, δεν το διαλαλούν με θέρμη, φροντίζουν και να παραλλάσσουν τη χροιά της φωνής τους για να μην αναγνωριστούν και χάσει ο ακροατής το νόημα σχηματίζοντας όχι την εικόνα του προϊόντος, αλλά του ηθοποιού στον τελευταίο τηλεοπτικό του ρόλο. 

5) Φτώχεια προσωπικού, επιχειρηματικής τόλμης ή φαντασίας δείχνει ή και αποκαλύπτει η εκφώνηση ειδήσεων από δημοσιογράφους, που την ίδια ημέρα έχουν εκπομπή στον σταθμό. Η εκφώνηση κάνει κακό στην εκπομπή και η εκπομπή στην εκφώνηση. Δεν πάνε μαζί.

6) Ποτέ δε λέμε “Διακόπτουμε για διαφημίσεις”, πολύ περισσότερο δεν θυμίζουμε ότι αυτό που θ’ ακολουθήσει είναι κάτι κακό, αλλά αναγκαίο, “Τι να κάνουμε, χρειαζόμαστε χρήματα….” Ήδη έχει χαθεί ο ακροατής. Όταν ακολουθεί  διαφημιστικό “μπρέικ”, δεν το αποκαλύπτουμε, απλώς αναφέρουμε τι έχουμε να πούμε μετά και η πρώτη διαφήμιση πέφτει απροειδοποίητα, άντε αμέσως μετά το τραγούδι. Μέχρι να το συνειδητοποιήσει ο ακροατής έχει περάσει. Έτσι το ενοχλητικό χρονικό μέγεθος των διαφημίσεων δείχνει μικρότερο. Ενόσω το «πασάρουμε» όμως, η ενόχληση έχει ξεκινήσει.

7) Προσθήκη στο παραπάνω, ποτέ των π(ι)οτών δεν αποκαλύπτουμε ότι συζητούσαμε κατά τη διάρκεια του «μπρέικ» και σύμφωνα με αυτή τη συζήτηση…. Είναι προσβλητικό να λέμε στον ακροατή ότι πέσαν οι διαφημίσεις και τον πετάξαμε έξω από την κουβέντα. Εννοείται ότι απαγορεύονται συμφωνίες ομιλητών ότι θα τα πουν κι εκτός αέρα. Τέλος.

8) Μετά το τραγούδι (διαφημίσεις, ειδήσεις) απαγορεύονται τα, “Εδώ είμαστε πάλι”, τα “λοιπάν” και άλλα τέτοια σημάδια αμηχανίας. Λέμε απλά τι έχουμε να πούμε, για ποιο λόγο βρισκόμαστε πίσω από το μικρόφωνο με το κόκκινο φως αναμμένο. Είναι ποιητική κακομοιριά -κατάλοιπο χρυσού Β' Προγράμματος, “9.84” και “Μελωδίας”να επαναλαμβάνουμε στίχους που μόλις ακούσαμε εμείς και οι ακροατές μας και βαριόμαστε το ίδιο όλοι να τους ακούσουμε. Συμφέρει αφάνταστα να το κάνουμε αυτό πριν ακουστούν, δείχνει ότι το τραγούδι δεν μπήκε τυχαία κι εμείς ξέρουμε να “δένουμε” τα λόγια με την μουσική επιλογή, δημιουργεί μια αδημονία για το τραγούδι, δηλαδή καθίζει τον ακροατή στη συχνότητα και πολλά άλλα.  Δεν πασάρουμε χωρίς λόγο τραγούδι ως “μουσική ανάσα”, αφελής χαρακτηρισμός που λάνσαρε ο Π. Τσίμας ως διευθυντής του 902. Ανάσα από τι; Ταλαιπωρήσαμε κάποιον; Ταλαιπωρηθήκαμε εμείς λες και κάνουμε χάρη στους ακροατές που τους μιλάμε;

9) Συμφέρει να “πασάρουμε” το δελτίο ειδήσεων, γιατί είναι σα να λέμε ότι κάτι έγινε και πρέπει να το μάθει το κοινό.

10) Στο δελτίο καλό είναι να ισχύει ο κανόνας του BBC: Δεν επαναλαμβάνουμε είδηση του προηγούμενου δελτίου, χωρίς προσθήκη εξέλιξης. Κι ένας σχετικός χρυσός κανόνας που εφάρμοσε ο Flash: Μετά από δελτίο ή τίτλους ειδήσεων, βάζουμε χωρίς δεύτερη κουβέντα τραγούδι. (Οι ειδήσεις χρειάζονται χρόνο για επεξεργασία στο μυαλό που αποδέκτη και από πληροφορία να γίνουν γνώση) 

11) Το ραδιόφωνο είναι αποκλειστικό μέσο που γραπώνει το κοινό του. Ή το ακούς ή δεν το ακούς. Δεν είναι όπως η τηλεόραση που μπορούμε να ακούμε χωρίς να βλέπουμε, αφού στην Ελλάδα ακόμα δε μάθαμε να χρησιμοποιούμε λειτουργική εικόνα που “μιλάει”. Η μαγεία του ραδιοφώνου έρχεται από τις εικόνες που δημιουργεί ο ακροατής με τη βοήθεια του εκφωνητή, ο οποίος δεν πρέπει επουδενί να χαλάσει αυτό το μαγευτικό σκηνικό φωτίζοντάς το με αλήθειες άχρηστες, όπως τι φοράει ο (η) ηχολήπτης, ότι κρατάμε στο χέρι ένα cd, ότι βλέπουμε κάποιον έξω από το στούντιο κ.τ.λ. Τέτοιες πρωτοβουλίες, εκτός χιλίων άλλων, εκνευρίζουν τον ακροατή γιατί αισθάνεται εκτός, ότι γίνονται πράγματα ερήμην του.

12) Για παρόμοιους λόγους ποτέ δεν συνομιλούμε ανοιχτά με τον ηχολήπτη (“…ανέβασε τα ακουστικά”, “πόσο χρόνο έχω;”, “...ο ηχολήπτης μας διώχνει…”, “τώρα ένα τραγούδι... έχουμε χρόνο για τραγούδι;”) Υπάρχει κωδικοποιημένη θαυμάσια η βουβή γλώσσα του αέρα. 

13) Συνέχεια του προηγούμενου, δεν είναι ανάγκη να πούμε “Θα βάλουμε ένα τραγούδι”. Αφού το τραγούδι είναι για ν’ ακούγεται, απλώς το βάζουμε. Οι νότες βγαίνουν μυστηριωδώς από το κουτί που μιλάει, μαγικά. Είναι κρίμα να το χαλάμε αυτό το “αληθές ψέμα”. Δεν είναι ανάγκη να λέμε ότι τώρα το βρίσκει ο ηχολήπτης στο κομπιούτερ, πατάει το πλέι και… Είναι σα να βλέπουμε στην τηλεόραση σαπουνόπερα και ένα πρόσωπο της ιστορίας να ενημερώνει εμάς ή τον συνομιλητή του, “Τώρα πηγαίνω προς την πόρτα”. (Το ξέρω, ρε άνθρωπε, σε βλέπω να φεύγεις, τι μου το λες; Για πόσο βλάκα μ’ έχεις;) Στο τραγούδι αναφερόμαστε μόνο όταν υπάρχει λόγος ν’ αναφερθούμε, όχι επειδή είναι τραγούδι. Π.χ. σαν σήμερα γεννήθηκε ο τραγουδιστής, συνθέτης, στιχουργός κ.ά. (Καλύτερα στην εισαγωγή του τραγουδιού και σταματάμε αμέσως πριν ξεκινήσει το κάντο του τραγουδιστή)

14) Γενικά το ραδιόφωνο δεν πρέπει να μιλά για τον εαυτό του, όπως π.χ. δεν έχει νόημα ν’ ακούμε τραγούδια των οποίων οι στίχοι μιλάνε για (άλλα;) τραγούδια ή για το πώς σκάρωσε τους στίχους του συγκεκριμένου άσματος ο “ποιητής” ή τι χρώμα έχει το πιάνο του συνθέτη. Φανταστείτε τον παρουσιαστή τηλεοπτικής εκπομπής να λέει ότι πριν από λίγο μπήκε στο πλατό ο σκηνοθέτης και του είπε να κοιτάζει τα σημάδια πριν περπατήσει ή κάτι τέτοιο. Η απομυθοποίηση γίνεται μόνο όταν υπάρχει λόγος να γίνει, συνήθως όταν τελειώνει μια περίοδος ή διακόπτει τη λειτουργία του το μέσον ή αποχωρεί ένας συντελεστής και ασχολούμαστε με παραλειπόμενα.

15) Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν πρέπει να διακόπτεται ένα τραγούδι, όταν είναι ανάγκη να γίνει. Ιδανικός χώρος ακρόασης τραγουδιού είναι μία μουσική αίθουσα, όχι το ραδιόφωνο. Επειδή όμως διακόπτοντας τραγούδι θα μιλήσουμε, έστω για λίγο, πάνω του, καλό είναι αυτό να το κάνουμε σε ξένο, για να μη μπερδεύονται τα λόγια. Αν πρέπει να διακόψουμε ελληνικό τραγούδι το κάνουμε στη γέφυρα ανάμεσα σε κουπλέ και ρεφρέν, χωρίς τη φωνή του ερμηνευτή. Εκεί μπορούμε και να δίνουμε στοιχεία για το τραγούδι και πριν μπει ο ερμηνευτής σταματάμε, μπορούμε και μετά τη διακοπή να συνεχίσουμε τη μετάδοση του τραγουδιού από το σημείο που το διακόψαμε, όλα μπορούμε να τα κάνουμε, όλα επιτρέπονται όταν γίνονται σωστά.

16) Ανατροπή του τέλους της προηγούμενης παρατήρησης: κανένα τραγούδι δεν πρέπει να παίζεται ολόκληρο στο ραδιόφωνο. Οι ίδιοι οι τραγουδιστές και οι δημιουργοί δεν θέλουν να αισθάνεται ο ακροατής ικανοποιημένος και να τον χάνουν από πελάτη. Όσοι το κάνουν από σεβασμό στον δημιουργό (όπως ο γράφων) ή τον τραγουδιστή ας το ξανασκεφτούν.

17) Δε λέμε την ώρα, γιατί απλά δεν είμαστε ρολόι, είμαστε ραδιόφωνο. Την ώρα τη λέμε όταν υπάρχει λόγος.

18) Δε χρειάζεται να λέμε το όνομα του σταθμού, ακούγεται στο σήμα. Μάλιστα, όταν ένας περαστικός ακροατής δεν ξέρει το όνομα του σταθμού, περιμένει κι έτσι αυξάνεται ο χρόνος ακρόασης.

19) Το “χαλί”, η μουσική υπόκρουση, είναι πια χάλι ξεπερασμένο. Ο ήχος της φωνής πρέπει να βγαίνει καθαρός γιατί δεν ξέρουμε τις συνθήκες ακρόασης του καθενός που μας παρακολουθεί. Είναι και κάτι άλλο στο παιχνίδι: δηλώνει ότι ο εκφωνητής φοβάται ότι θα κάνει λάθος ή θα χάσει τον ειρμό του λόγους του, θα «σηκώνει» το «χαλί» και θα τα βρει, θα βήξει και τέτοια που δεν πρέπει να τα έχει από την αρχή στο μυαλό του αυτός που μιλάει.

20) Δε λέμε “εγώ”, δεν χρησιμοποιούμε πρώτο ενικό πρόσωπο, παρά μόνο όταν δε γίνεται αλλιώς, γιατί δεν είναι δικό μας το μέσο, το μοιραζόμαστε με ένα “εμείς”.

21) Ποτέ των ποτών δε λέμε μετά από δελτίο ειδήσεων, διαφημίσεις ή τραγούδι, “Εδώ είμαστε πάλι” ή “…ξεκινά η δεύτερη ώρα, το τρίτο ημίωρο, το δεύτερο...” κ.τ.λ. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και το αμήχανο “...για όσους τώρα άνοιξαν τους δέκτες τους”, αφορμή να ποπυμε ξανά το περίφημο όνομά μας. Ποτέ δεν αποκαλύπτουμε λέμε στον ακροατή που δε μας παρακολουθεί από την αρχή ότι κάτι έχασε, δεν πρέπει να αισθάνεται έτσι, ούτε ότι έπεσε στη μέση της ταινίας, άρα πρέπει ν' αλλάξει κανάλι ή να μη μπει στην κινηματογραφική αίθουσα. Κανείς δεν ακούει άλλωστε 24 ώρες ραδιόφωνο. Το λογικό δεν είναι να μάθει τι έχασε, αλλά να κερδίσει όσο γίνεται περισσότερα από την ώρα που συντονίστηκε και μετά. Όταν ανοίγει το μικρόφωνό μας, μπορούμε απλώς να χαιρετίσουμε ξανά το κοινό χωρίς εξηγήσεις. Το κάνει θαυμάσια αυτό ο Χατζηνικολάου στον Ρίαλ.

22) Όταν ξεκινάμε να μιλάμε δεν έχει νόημα ούτε το “λοιπόν”. Καρφώνει ότι κάτι λέγαμε πριν και δεν το άκουσε ο ακροατής. Αυτό σίγουρα τον δυσαρεστεί. Η δυσαρέσκεια, για οποιονδήποτε λόγο, σχεδόν πάντα βρίσκεται στην ασυνείδητη σκέψη και χειροτερεύει τη θέση μας, γιατί του ακροατή κάτι του φταίει και δεν ξέρει τι.

23) Τον από τηλεφώνου συνομιλητή μας τον “πετάμε” την ώρα που μιλάμε εμείς. Δεν τον αφήνουμε στον αέρα όταν δεν έχει λόγο, για να μην ακουστεί το κλείσιμο της γραμμής ή του φύγει καμιά κουβέντα πάνω από τα βαρετά, “Ευχαριστώ”, “Να είστε καλά”, “Όχι, εγώ ευχαριστώ” ή “γντουπ” φάγαμε ακουστικό στη μούρη.

24) Όσο σπουδαία ενημερωτική εκπομπή και να κάνουμε ακόμα και το τέλος του κόσμου ή το ξεκίνημα της επανάστασης να μεταδίδουμε, καλό είναι να το σπάμε με π.χ. “Στην Καστοριά αυτή τη στιγμή βρέχει”. (Οι  αιτίες γέννεσης αυτού αφήνονται ως ασκήσεις για το σπίτι)

25) Όταν κάνουμε μουσική εκπομπή σε ενημερωτικό σταθμό πρέπει να λέμε και μία είδηση πού και πού για να θυμίζουμε την ιδιότητα του μέσου. (Μην ξεχνάμε, οι ενημερωτικοί σταθμοί απαγορεύεται, τυπικά, να μεταδίδουν δήθεν μουσικές, ουσιαστικά ψυχαγωγικές εκπομπές με μουσική, αν δεν είναι ενημερωτικές για το είδος. Οι μουσικοί σταθμοί κακώς και παράνομα έχουν δελτία ειδήσεων ή και πρωινές ενημερωτικές εκπομπές κυρίως 7-10)

26) Δε μας ενδιαφέρει να πούμε από ποια συχνότητα ακουγόμαστε, γιατί ο ακροατής είναι ήδη συντονισμένος. Όταν έχουμε να πούμε από ποιες άλλες συχνότητες ακουγόμαστε (χρειαζούμενο για ταξιδεύοντες, αλλά για άλλες μέρες) ή πώς μπορεί να επικοινωνήσει μαζί μας ο ακροατής δεν το κάνουμε μονοκοπανιά, γιατί από όλα αυτά ίσως μόνο ένα ενδιαφέρει τον ακροατή. Μην τον βασανίζουμε. Μπορούμε να τα λέμε σταδιακά, π.χ. διακριτικά πάνω στην εισαγωγή κάθε τραγουδιού.

27) Απαραιτήτως ξεκινάμε την εκπομπή με συγκεκριμένο θέμα, είδηση, σχόλιο κ.τ.λ. Αν δεν αρπάξουμε τον ακροατή από τη μούρη τον χάσαμε. Αν τον πλακώσουμε στις συστάσεις, “Γεια σας, τι κάνετε;”, “Απέναντί μου είναι ο Γιάννης Δείνα με ωραίο πουκαμισάκι” και άλλα περιττά που σημειώσαμε παραπάνω, το πολύ-πολύ να εισπράξουμε ένα ασυνείδητο “Πες μου, ρε, για ποιο λόγο σε ακούω”.

28) Ποτέ δε λέμε “Θα σας πω τώρα ένα αστείο” και φυσικά δε γελάμε μετά μόνοι μας. Απλώς το λέμε. Η δομική λογική κατασκευής αστείου είναι η ανισορροπία, με το αναπάντεχο, με το άκαιρο, με το αταίριαστο, πρώτη-πρώτη ανισορροπία πάντως είναι το ξάφνιασμα, άρα πρέπει να παραμυθιάσουμε ότι έχουμε να πούμε κάτι σοβαρό.

29) Όταν έχουμε ανταπόκριση ή συνομιλία με συνάδελφο πάντα τον προσφωνούμε με ονοματεπώνυμο. Δεν αρχίζουμε τα “Γιάννη” και τα “Μαρία”, γιατί δεν είμαστε σπίτι μας, αλλά στο σπίτι του ακροατή που πρέπει να ξέρει ποιος μιλάει. Δεν αρκεί να μάθει ότι είναι κάποιος φίλος του παρουσιαστή, γιατί δεν τον ενδιαφέρει. Άλλωστε όταν είμαστε στον αέρα δεν κάνουμε παρέα μεταξύ μας, δουλειά κάνουμε, να ενημερώσουμε θέλουμε.

30) Τα “κύριε πρόεδρε” (αρχοντικό “πρόεδρα” ελληνικών ταινιών) για νυν, τέως, πρώην βουλευτές, πρωθυπουργούς, προέδρους και τα “κύριε υπουργέ… υπουργέ μου”, απαγορεύονται στο ραδιόφωνο γιατί δεν βλέπει το πρόσωπο ο ακροατής ή πολύ περισσότερο δεν βλέπει τίτλους που εξηγούν ποιος είναι ο πρόεδρος ή ο υπουργός. Λέμε πάντα το όνομά του μαζί ή και χωρίς τα προεδριλίκια και τα υπουργιλίκια. Φυσικά το διπλά προσδιοριστικό κύριος υπουργός Τάδε, σηκώνει χάρακα και στη γωνία με το ένα πόδι σηκωμένο. (Η τιμωρία στην εκπαίδευση και στο νομικό-σωφρονιστικό σύστημα επισήμως καταργήθηκε)

31) Μην ξεχάσουμε να πούμε για το “εκπομ..μπή” του και καλά ξερόλα. Ναι, η ελληνική γλώσσα δεν έχει τους φθόγγους “μπ”, “ντ” και “γκ” των λατινικών “b”, “d” και “g”. Σίγουρα π.χ. το “γκ”, με διπλό γάμα “γγ”, όπως και η “εκπομπή” χρειάζονται ενρίνωση, αλλά ελαφρά. Άλλο το “φεγγάρι” και άλλος ο “εγκάθετος”. Μην πηγαίνουμε όμως στο φενγκάρι, γιατί δεν υπάρχει. Φυσικά ούτε “vindeo” υπάρχει στη θέση του “video”. (Τέτοιες γενικές πτώσεις βέβαια, καλό είναι να τις αποφεύγουμε) Όποιος ξέρει πώς εξέφεραν το λόγο τους οι αρχαίοι Αθηναίοι της κλασικής εποχής, σε αυτούς αναφερόμαστε, να πάει να το πει στους αθάνατους Χαιλάντερ συναδέλφους του.

32) Δεν καταλαβαίνω γιατί μια εκπομπή ξεκινά με το τρέιλέρ της, που μας λέει κάθε πότε παίζεται και αμέσως μετά βγαίνει ο παρουσιαστής. Μυστήριο. Γίνεται συνέχεια “Στο Κόκκινο” και στο “Δεύτερο” που ακούω όταν δεν νευριάζω και γυρνάω στο “Τρίτο”. Τα σήματα εκπομπών ξεπεράστηκαν, αλλά δεν παραχώρησαν τη θέση τους στα τρέιλερ. Απλώς ξεκινά η εκπομπή και λέμε ένα “Γεια σας, είμαι ο (η) και θα σας πω αυτά μαζί με αυτούς”. Γιατί ν’ ακούω κάθε πότε παίζεται η εκπομπή και σε ποιον σταθμό, αφού εκεί είμαι και στην ώρα μου και στη μέρα μου;

33) Τα “δίδυμα” στο ραδιόφωνο δεν είναι αυτοσκοπός. Εμφανίζονται όταν έχουν σαφώς διαφορετικούς ρόλους να παίξουν. Όταν μοιράζεται ο ίδιος ρόλος σε δύο άτομα, πάντα το ένα αδυνατεί να δικαιολογήσει την παρουσία του στη σκηνή. Τα κολπάκια που κατά καιρούς εμφανίστηκαν όπως, δήθεν τσακώνονται, δήθεν ο ένας είναι ο καλός και ο άλλος ο κακός ή ο άντρας είναι ο έξυπνος και η γυναίκα είναι η ξανθιά, όλα αυτά και πόσα ακόμα είναι για γέλια και για κλάματα. Θα έχετε γίνει μάρτυρες δήθεν ερωτήσεων, “Να πάμε τώρα στο Μαξίμου;” ή “Να βάλουμε τώρα τραγούδι;”, είναι για σπάσιμο της συσκευής. Ο ακροατής ξέρει ότι πάντα γίνεται αυτό για το οποίο δήθεν ρωτά ο ένας τον άλλο, αντί να πει, “Συνδεόμαστε με τον τάδε στο μέγαρο Μαξίμου” ή να πέσει το τραγούδι. (Δεν τίθεται καν θέμα να ρωτά ο δημοσιογράφος τον ηχολήπτη, αυτό το αναφέραμε πριν)

34) Δεν χρειάζεται η άδεια να κάνουμε μια ερώτηση. Είναι περιττό το “Να σας κάνω μια ερώτηση;” Δε θα πει ποτέ όχι ο άλλος, αλλά αν το πει; Γιατί τον έχουμε στον αέρα αν δε μπορούμε να τον ρωτήσουμε κάτι; Για δείξει το χτένισμά του; Θυμίζει την κυρία που μπαίνει στο ιατρείο και…
ΚΥΡΙΑ: Γιατρέ μου, πολλά δεν είναι τα 20 € για κάθε ερώτηση;
ΓΙΑΤΡΟΣ: Όχι. Προχωρήστε στη δεύτερη.

35) Σε περίπτωση οποιουδήποτε λάθους ποτέ δεν το εξηγούμε. Αρκεί να ζητήσουμε ταπεινά συγνώμη ή και να κάνουμε την πάπια. Τα “Αυτά συμβαίνουν σε ζωντανές εκπομπές” είναι αφελέστατα ψέματα, επιπέδου Κορομηλά, γιατί το ίδιο λάθος μπορούσε να γίνει και σε ηχογραφημένη. Απλώς δεν θα φαινόταν.

36) Όταν νευριάσουμε με μήνυμα ακροατή ποτέ δεν εξωτερικεύουμε το θυμό μας, γιατί δεν νευριάσαμε με όλους τους ακροατές. Μπορούμε να πούμε ότι μας νευρίασε ο τάδε, ότι μας στεναχώρησε, ότι μας έβγαλε από τα ρούχα μας, αλλά ποτέ δεν φορτώνουμε την τσαντίλα μας στον αθώο ακροατή που δεν έχει σχέση με το θέμα.

37) Δεν στέκει να ευχαριστούμε τους ακροατές που μόλις μας άκουσαν. Δε μας έκαναν χάρη. Καλό είναι να επιλέξει ο καθένας το δικό του χαρακτηριστικό επαναλαμβανόμενο συνθηματικό στην αποφώνηση, που δεν πρέπει να ξεκινά με το περιττό, “Τελείωσε η εκπομπή”. Αυτό το ξέρουν όλοι. Λέμε μόνο τα ονόματα των συντελεστών, τις ιδιότητες τις έχουμε πει μόνο στην αρχή και μην ξεχνάμε η αποφώνηση είναι βαρετή και πρέπει να τελειώνει γρήγορα, άρα ό,τι μπορούμε κόβουμε. Π.χ: “Κυρίες, δεσποινίδες και κύριοι, ευχαριστούμε πάρα πολύ για την παρέα σας, από τον –όνομα ηχολήπτη- από –το όνομα του μουσικού επιμελητή- την –τηλεφωνήτρια- και τον –εμένα- γεια σας τα λέμε πάλι αύριο ίδια ώρα και …μέρα”. Παίζει και το “Γεια σας και καλή τύχη” ή “…και ότι καλό να πάθετε”. Όχι πολλές χαιρετούρες όμως. Ακόμα κι ένα ξερό “Γεια σας, τα λέμε πάλι αύριο” είναι προτιμότερο από αργούς βασανιστικούς “τίτλους τέλους”, λες και χέστηκε η φοράδα στ' αλώνι που τελείωσε η εκπομπή με τη μαγική φωνή μας.

38) Εδώ και καιρό ακούω από ενημερωτικό σταθμό και μάλιστα σε πρωινή ώρα ότι ακολουθεί εκπομπή σ' επανάληψη. Δεν την ακούω για τον ίδιο λόγο που επιλέγω ενημερωτικό σταθμό. Δεν μ' ενημερώνει καμία επανάληψη, παρά μόνο όταν έχει λόγο να γίνει για να θυμίσει κάτι ή έχουμε αφιέρωμα ένεκα παγκόσμιας ημέρας, θανάτου κάποιου γνωστού σε πολλούς, επέτειο κ.τ.λπ. Θυμίζουμε ότι πριν εκπέμψει ένας σταθμός εκπομπή σ' επανάληψη την “καθαρίζει” από στοιχεία που δηλώνουν άμεση επικαιρότητα, όπως “...η ώρα είναι...” και πολλά ακόμα παρόμοια, εφόσον φυσικά αυτό είναι δυνατόν. Στον σταθμό για στον οποίο που αναφέρθηκα αρχικά έμαθα ότι σε μία από τις επαναλήψεις μεταδόθηκε και “έκτακτη” είδηση που για πολλούς ακροατές ήταν αληθινή και έβαλε φωτιά (ευτυχώς μόνο) στο τηλεφωνικό κέντρο του εν λόγω σταθμού.

39) Δεν εκφωνούμε αρκτικόλεξα που γνωρίζουμε μόνο εμείς. Εντάξει ΟΤΕ, εντάξει ΔΕΗ ή ΕΥΔΑΠ, αλλά ΤουΧουΣου;

40) Τις ξενόγλωσσες λέξεις, κυρίως ονόματα, ποτέ δεν πρέπει να τις εκφωνούμε με την προφορά της γλώσσας στην οποία ανήκουν, γιατί πολύ απλά όταν λέμε Φιγιόν δεν το λέμε σε Γάλλους, αλλά σε Έλληνες. Ας αποφύγουμε το γελοίον του τραύματος της προφοράς μας. Ακόμα, σε λέξεις που ταιριάζουν με στο ελληνικό τυπολόγιο συμπεριφερόμαστε σαν να ήταν ελληνικές. Μόνο η Μαντάμ Σουσού μπορεί να λέει "της Φλόριντα", "της Καλιφόρνια" ή "της Αλάσκα".Εκτός αν πρόκειται για αρκτικόλεξο. Δεν λέμε πχ της ΝΑΣΑς.

41) Οι εκπομπές έχουν τίτλο μόνο όταν είναι απαραίτητο να δηλώσουν κάτι. Όταν δεν υπάρχει αυτή η ανάγκη για ποιο λόγο οι ακροατές να ακούνε βαρύγδουπες υποσχέσεις ή φράσεις που αποδίδονται σε μεγάλους άνδρες ή και γυναίκες της Ιστορίας, φράσεις που έχουν σχέση μόνο με τη μέρα που ο παραγωγός έψαχνε τίτλο;

42) Δεν καταλαβαίνω γιατί οι ιδιωτικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί δεν εκπέμπουν στα ελεύθερα πια και θαυμάσια “οδικά” μεσαία κύματα. Σε άλλες χώρες γιατί το κάνουν; Μήπως δεν τους είπαμε εμείς οι φωστήρες Έλληνες ότι δεν πρέπει; Ας τους το πούμε κι ας μην είμαστε προετοιμασμένοι για καμία απάντηση. Δεν θα μας κάνουν καν τον κόπο ν' απαντήσουν.