Αφηγήματα

Φεύγεις ή μένεις για ν’ αντισταθείς ή όχι

ΜΗΧΑΝΕΣ ΑΠΟ ΚΡΕΑΣ
Στο στρατόπεδο συγκεντρώνονταν κι Εβραίοι φουρνάρηδες.
Ένας κατάμαυρος ουρανός που ανάσαινε πιτσιλισμένος ασπριδερές γραμμές, ίδιος με πεταμένα από καιρό λάστιχα αυτοκινήτων σε ηλιόλουστο χωράφι, πίεζε, όπως μια ορφανή δεξιά μπότα, πατούσε το κεφάλι μου με λύσσα, με αστραπές σαν χαστούκια και με υβριστικές βροντές. Δεν πήρα παυσίπονο. Ένα μαύρο παγερό φως χτυπούσε τα μούτρα μου και μου έριχνε την όραση στο λασπωμένο πάτωμα μαζί με την αξιοπρέπεια που θ’ αχνόφεγγε πριν εγκαταλείψει το μέτωπό μου.
Σκούπισα τις σταγόνες που μ’ έδερναν παρέα μ΄ ένα μανιασμένο άνεμο, άπλωσα τα χέρια μου ως τη ματιά μου και πέρασα μ’ όλο μου το σώμα την τεράστια σπασμένη πόρτα της αποθήκης, τελείως άδεια από οτιδήποτε δεν ήταν άνθρωποι σκεπασμένοι με σκισμένα ρούχα, μελανιές, αναστεναγμούς πόνου κι αίματα από πληγές και πνιγμένες λέξεις που για κάποιο λόγο φοβούνταν να βγουν από το στόμα και προσπαθούσαν από τα μάτια, αλλά γύρναγαν πάλι πλάτη με σκυμμένο κεφάλι, μην πνιγούν στα παγάκια που λιώνονταν κάτω από σβησμένα βλέμματα ακίνητα, χαμένα, καρφωμένα σαν οικογενειακά κάδρα σ’ ένα παρελθόν γεμάτο βαθιές νύχτες, όχι μέρες.
Ξαφνικά από μια γωνία της αίθουσας, κοντά 20 μέτρα δεξιά ή αριστερά μου, είδα να σέρνεται προς το μέρος μου η μάνα μου, με τα μαλλιά της χυμένα στο πάτωμα να έχουν μακρύνει και να κρύβουν στη σκιά του το χαραγμένο της πρόσωπο. Την κατάλαβα μόνο από τη φωνή της:
«Φύγε… όπου να ‘ναι έρχεται ο Χίτλερ». Και χάθηκε μέσα στο μαξιλάρι μου.
Ξύπνησα τριγυρισμένος από ιδρώτα που έτριβε το σώμα μου. Ήταν ζεστός ο Οκτώβριος και γι’ άλλη μια χρονιά βιάστηκα να κατεβάσω το πάπλωμα από τη ντουλάπα. Φοβόμουν μην κρυώσω. Τίποτ’ άλλο.
Λίγη συννεφιά από το παράθυρο γκριζάριζε τους τοίχους και τα κάδρα. Έκλεισα το τηλέφωνο με το ένα μάτι μου να γελά και το άλλο ν’ απορεί:
«Είναι καλά η μάνα μου, τι μ’ έπιασε να την ξυπνήσω;»

 Έδεσα πάνω του το κράνος και κλείδωσα το μηχανάκι μου έξω απ’ το σταθμό του μετρό με τα σπασμένα κρύσταλλα, κάτω απ’ το υπόστεγό του, γιατί ο ουρανός υποσχόταν ν’ απειλήσει με βροχή.  Σε λίγο, στο βαγόνι που είχε σταθεί μπρος μου στο λαγούμι του, θα πανηγύριζα που βρήκα θέση να κάτσω, δίπλα στην ενοχή μου μην τυχόν κάποια ανήμπορη γριούλα ή γεράκος μόλις διαπίστωσαν πως την έχασαν κι αυτήν.
«Οι μηχανές, παιδί μου, θα επαναστατήσουν, όχι όμως κόντρα στ’ αφεντικά τους που γνώριζαν γιατί τις έφτιαχναν, αλλά και πού να ψάξουν να τις βρουν πριν τις κάνουν μηχανές. Άνθρωποι ήταν, γιατί μόνο άνθρωποι επαναστατούν, μόνο άνθρωποι μπορούν να σκοτώνουν ανθρώπους για να τους φάνε άλλοι άνθρωποι. Τι άνθρωποι, ε; Οι μηχανές θα επαναστατήσουν στους ανίκανους πια ένστολους να σώσουν την εξουσία των αφεντικών τους».

Πετάχτηκα απ’ τον ύπνο του λαγού και ίσα που πρόλαβα να βγω από τη συρόμενη πόρτα που έκλεινε χωρίς να ρωτήσει κανέναν. Φοβήθηκα μη μου μαγκώσει το μπουφάν. Τίποτ’ άλλο.
Ο ουρανός πάνω απ’ το σταθμό ήταν αναποφάσιστος. Ούτε έβρεχε, ούτε δεν έβρεχε. Αυτό μου έλεγαν κάτι σταγόνες στο μέτωπό μου μικροσκοπικά επικίνδυνες, σαν μύτες καρφίτσας που έσκιζαν κύματα στο βοριαδάκι με δρεπανηφόρα ταχύπλοα.  

Μετά από δύο σκονισμένες ώρες, ξεραμένες στο αιρκοντίσιον,  θα σηκωνόμουν από την καρέκλα του γραφείου μου λαχανιασμένος σαν να αναδύθηκα από βυθό που ήταν ξαπλωμένος στα 5-6 μέτρα κάτω απ’ το κύμα που απειλούσε να χτυπήσει μιαν ακτή γεμάτη κοφτερές πέτρες και ματωμένα σύνεργα βατραχανθρώπων. Ένα ζωντανό χταπόδι στο χέρι μου με είχε αρπάξει πριν κλείσω φοβισμένος το σεντούκι του θησαυρού.
Έβγαζα ηδονικά το αισιόδοξο χέρι μου από τον δυσάρεστο πάτο του, όμως αντί ν’ ακούω αυτό που περίμενα χρόνια, τα κουδουνίσματα των χρυσών και αργυρών κερμάτων με τα διαμάντια και τα μαργαριτάρια ανάμεσά τους που έβλεπα σε ταινίες με πειρατές, άκουγα κάτι οξύμωρο, σαν να ’παιρνα βαθιά ανάσα μέσα σε φυσαλίδες που έσκαγαν με ρυθμό ζεϊμπέκικου με στροφές και παλαμάκια από μαχαιροβγάλτες της Κρεμμυδαρούς:
«Ομάδα πενήντα ακριβώς ναζιστών βρίσκεται αυτή τη στιγμή στην κεντρική πλατεία. Το αστυνομικό τμήμα της περιοχής βρέθηκε εντελώς άδειο, κανένα όργανο της τάξης όμως, δεν βρίσκεται κοντά στον λόχο των ακροδεξιών που ετοιμάζονται να εισβάλουν στο δημαρχιακό μέγαρο».
Έτριψα τα μάτια μου και τεντώθηκα, όπως είχα ξεχάσει να κάνω το πρωί. Είδα την ενημερωτική αυτή φωνή, ήταν από το κινητό συναδέλφου μου που δε θυμάμαι τ’ όνομά του γιατί δεν μ’ ενδιέφερε ποτέ να του μιλήσω, αφού δεν άκουγα ό,τι κι αν έλεγε.

Η καθιερωμένη μοναχική σιέστα μου τελείωσε γεμάτη θορύβους από κοπτικές μηχανές, εργαλεία για κλαδιά που άρχιζαν πάλι να βήχουν λίγο πριν τις πέντε το απόγευμα. Ίσως ήταν κάποιοι αργόσυρτοι πυροβολισμοί. Ευτυχώς η ψιλή βροχή θα έστελνε τα κοπίδια στα υπόγεια να φυλαχτούν ή να βασανίσουν με άλλο τρόπο. Μια ακατάδεκτη βροχή γεμάτη αγκάθια χτυπούσε τα πάντα, σ’ όλο το σπίτι δέκα χρόνια πίσω, εκτός από το κουδούνι μου.
Έκλεισα την πόρτα του μπάνιου μου απαλά μην κάνω θόρυβο, λες και βρισκόταν κάποιος στο σπίτι μου, την κλείδωμα μάλιστα μ’ επιμέλεια και την δοκίμασα μην τυχόν και ανοίγει, πριν φυτευτώ στη ντουζιέρα θαμμένος στο προστατευτικό πλαστικό χώρισμα για τα νερά ή για οτιδήποτε άλλο, πάντως όχι αλεξίσφαιρο.
 Άνοιξα βιαστικά τη χλιαρή βρύση και γέμισα τα μαλλιά μου σαμπουάν κοιτώντας πού είχα αφήσει το μοσχοσάπουνο και το παχύ σφουγγάρι. Ήθελα να φορέσω  πατόκορφα πολύ αφρό, σαν να φοβόμουν κάτι περισσότερο από τη δυσοσμία του ιδρώτα που με τύλιγε μέχρι εκείνη τη στιγμή, σαν να ήθελα να βγάλω και κάτι ακόμα από πάνω μου. Το τηλέφωνο του μπάνιου άρχισε να μουρμουρίζει αυτό που είδα στον απομεσημεριανό μου ύπνο και χυνόταν στο φρεάτιο:
«Τους αφήναμε να κάνουν τη δουλειά μας αυτοί, αλλά πού να φανταστούμε ότι κάποτε θα ήμασταν εμείς η δουλειά τους».
Η εικόνα από τα πλακάκια στο ύψος των ματιών, μού θύμιζε ότι ’χα συμπληρώσει μισή ώρα μούχλας στο τεμπέλικο κυλικείο της δουλειάς, λίγο πριν φτάσω στη μέση το δεύτερο σάντουιτς. Δεν είχα κουνήσει το αριστερό αυτί μου που ήταν καρφωμένο στα λόγια ενός αστυνομικού που από τον τρόπο που μιλούσε φανταζόμουν ότι κάθε τόσο έριχνε φευγαλέες ματιές προς την πόρτα και όλα τα παράθυρα του χώρου. Η οπλισμένη φωνή του συνέχιζε την πορεία της προς το κεφάλι μου γλιστρώντας στο λαβύρινθο της ακοής μου, τόσο χαμηλόφωνα δυνατή σε πάθος, που από τις τρύπες των στρογγυλών γραμμάτων μπορούσε κάποιος να δει τις αμυγδαλές.
«Τα μαλακισμένα οι αναρχικοί σιγά-σιγά άφησαν τον ανταρτοπόλεμο και άρχισαν να ορμάνε με στειλιάρια στα ξυρισμένα κεφάλια που τότε βρήκαν ευκαιρία και το ‘ παιξαν αμυνόμενοι και άδειασαν οπλοστάσια που κρύβανε παντού, σε κάθε ντουλάπα. Τους βλέπαμε που εκπαιδευόντουσαν λοκατζήδες, αλλά πού να πάει το μυαλό μας, ρε!... Ο προηγούμενος υπουργός είχε πει στους αποπάνω να μην ορμάμε εμείς στους απεργούς, αλλά ν’ αφήνουμε τα ξυρισμένα κεφάλια να το κάνουνε για να μη χάνει ψήφους το κόμμα. Πού τα βρήκανε τα λεφτά για τόσα όπλα, ρε; Γιατί δε μας προστατεύει κανείς εμάς τώρα; Ο άλλος φοβάται να στείλει στρατό γιατί, λέει, θα ενωθεί μαζί τους. Στην αρχή χάρηκα που τους την είχανε στημένη οι δικοί μας, αλλά δεν ήξερα ότι θα κυνηγάνε κι εμάς για να τους συμπαθήσει ο κοσμάκης».
Πολλά άκουσα τότε, πολλά και πολύ καλοφτιαγμένα λόγια. Αποκλείεται να τα είχε πει ο μπάτσος στο κυλικείο που κρυβόταν στο διπλανό τραπέζι έτοιμος να το φορέσει καπέλο για μην τον διακρίνουν.
Μάλλον με είχε πάρει ο ύπνος στο ντους.
Αλλά τι ύπνος ήταν αυτός; Πόσο κοιμάμαι, από πότε και δεν πήρα είδηση ότι έπεσε νεκρή, για όσο ήταν να μείνει πεσμένη, η Βουλή των Ελλήνων, η θέλησή τους; Τα ξυρισμένα κεφάλια  που μπουκάρανε στο κτήριό της ψάχνοντας το φόβο των άλλων να τον πετάξουν στην άσφαλτο απ’ τα παράθυρα. Το κάψανε και φρόντισαν αμέσως μετά ν’ ανοίξουν τα παλιά σκυλάδικα, αλλά δε στάθηκαν οι ίδιοι μπροστά, βάλανε άλλους στην πόρτα να δέρνουν.
Έπρεπε να φοβηθώ αυτό τον ύπνο, όπως φοβάμαι τώρα μην ξυπνήσω και τα δω όλα αυτά αληθινά. Πού να τα δω όμως; Νύχτωσε για τα καλά και πάνω απ’ τις κολώνες της αλλοδαπής πια ΔΕΗ αστράφτει και βροντάει. Η αποθήκη απέναντι, δεν ξέρω γιατί και πώς, άναψε ασθμαίνοντα φώτα. 
Ένας εκκωφαντικός μπάσος, αλλά μυτερός  γεμάτος σπίθες γδούπος, κάτι σαν τον μανιασμένο άνεμο της αρχής που χτυπάει καμπάνες στα μυαλά μας, έκρουσε τη μεγάλη πόρτα της αποθήκης στο πλάι. Πρέπει να την έσπασε, γιατί ακούω τα σίδερα να πατιούνται από βαρύ όχημα.
Και απόψε θα κοιμηθώ κάτω απ’ το κρεβάτι να δραπετεύσω από αυτό το άγνωστο μπροστά μου, που σιγά μην και δεν το φοβηθώ.

Ο κύριος Μανταρίνι

Παραξενεύομαι που ακόμα δε λέω να το καταλάβω.
Πάρα πολλές φορές στην παιδική ζωή μου είδα σε τοίχους και σ' εγκυκλοπαίδειες κάδρα από αντίγραφα πινάκων ζωγραφικής με εικόνες φρούτων και ζαρζαβατικών σε λεκάνη, συνήθως πάνω σε τραπέζι και από κάτω ή δίπλα, μια λεζάντα: “Νεκρή φύση”.
Από την πρώτη στιγμή, από πολύ μικρός δηλαδή, με την εικόνα αυτή καρφωμένη στα μάτια μου ένιωθα να κρέμεται από τα χείλη μου η απορία: “Ένα φρούτο κομμένο από το δέντρο είναι νεκρό;” Γυρνώντας την πλάτη πάντα άφηνα πίσω μου μια άποψη με στοιχεία ρητορικού ερωτήματος: “Αν κάτι είναι φύση υπάρχει, άρα είναι ζωντανό”. Αυτά και κάποια άλλα υποερωτήματα ή πιο σύνθετα αναπτύγματα των αρχικών ερωτημάτων, με συναντούσαν ή τα συναντούσα, δεν έχει σημασία, κάθε τόσο, μέχρι που έτυχε ακριβώς το ίδιο και σ' εμένα.
Πάλι δεν ξεκαθαρίστηκε το ζήτημα. Τουλάχιστον μέχρι τώρα. Τι συνέβη όμως;
Χθες το βράδυ ή μάλλον χθες το βράδυ, είδα στον ύπνο μου ότι ήμουν μανταρίνι σ' ένα τέτοιο πίνακα των παιδικών μου χρόνων, αλλά ακόμα δεν ξύπνησα, γιατί είμαι ακόμα μανταρίνι και ομολογώ ότι αισθάνθηκα -κι αισθάνομαι ακόμα- νεκρός, όχι επειδή είδα πως ήμουν και είμαι ακόμα μέρος πίνακα ζωγραφικής με λεζάντα “Νεκρή φύση”. Ήξερα -και ξέρω ακόμα- ότι για να κατατάσσομαι κάπου στη φύση, είμαι ζωντανός, εφόσον φυσικά η φύση είναι ζωντανή, που είναι πάντα, ακόμα και σε ταινία δυστοπική, πχ μετά από πυρηνικό πόλεμο, πάλι φύση είναι, σίγουρα όχι στα καλύτερά της, αλλά ποια η σημασία;
Ξεκαθαρίζω ότι δεν φοβήθηκα τον θάνατο, ούτε τώρα τον φοβάμαι, αφού ως γνωστόν όταν αυτός έρχεται εμείς λείπουμε, άρα δεν θα τον δούμε ποτέ, ούτε αυτός θα μας δει, οπότε πώς θα μας πάρει και από πού, αφού δεν θα ζούμε κάπου.
Όταν όμως είδα τον εαυτό μου μανταρίνι, όπως είμαι και τώρα, αισθάνθηκα άσχημα επειδή τυπικά, ως “νεκρή φύση”, έστω λεζάντα, βρέθηκα κάπου μετά τον θάνατό μου. Και λέω μετά, γιατί σύμφωνα με το κοινωνικό στάτους κβο ήμουν ζωντανός μέχρι που μ' έκοψαν από τη μαμά μανταρινιά. Δηλαδή απευθύνει η κοινωνία κατηγορία εναντίον μου ότι είμαι τόσο ανώριμος που δε μπορώ ν' “απογαλακτιστώ” και πεθαίνω. Τα εισαγωγικά έχουν να κάνουν με το ότι είμαι μανταρίνι και όχι θηλαστικό, αλλά το νόημα ίδιο.
Ένας παρακμιακός παλαιοχίπης θα ισχυριστεί: “Και να μείνει το μανταρίνι στη μαμά μανταρινιά τι θα κερδίσει;” Απαντάμε: “Ό,τι και ο τριαντάρης που ζει ακόμα στο παιδικό του δωμάτιο αποφεύγοντας και αναμένοντας την αόριστη ωρίμανσή του, που δεν ήρθε ούτε αφού αυτός γύρισε από τον στρατό, αλλά σίγουρα κάποτε θα έρθει με το καλό ή με το κακό”.
Κάποιος προβληματισμένος ή όχι ίσως αναρωτηθεί ή όχι τι εννοούμε ισχυριζόμενοι, “Με το καλό ή με το κακό”. Δεν είναι τόσο δύσκολο ν' απαντήσουμε:  εννοούμε και τα δύο. Με το καλό που φέρνει το κακό.
Ένα μανταρίνι, όπως κι εγώ, αργά ή γρήγορα θα πέσει από τη μανταρινιά με το ζόρι, με άγριο κούνημα ή φύσημα ανέμου ή από κακό μάτι τεμπέλη, ως ώριμο φρούτο, όχι όμως όπως ο τριαντάρης μαμάκιας, που αργά ή γρήγορα θα πέσει ξερός βλέποντας ν' ασπρίζουν τα γένια του και μετά τα μαλλιά του. Το μανταρίνι δεν θα δει τίποτα ν' ασπρίζει πάνω του, δεν έχει μάτια άλλωστε, θα κυλήσει για να βρει χώμα και νερό να καρπίσει στην παραδομένη πατρίδα που θα γίνει η νέα του. Άρα το πέσιμο από το δέντρο δεν είναι κάτι κακό.
Εφιστώ την προσοχή μη βιαστείτε να συμφωνήσετε, γιατί υπάρχει περίπτωση να μη διαφωνούμε, όχι όμως και να συμφωνούμε. Τι εννοώ; Τα φρούτα, κυρίες και κύριοι, ακόμα και στο καλάθι ζουν, γιατί συνεχίζουν να ωριμάζουν. Εντάξει, όχι όλα, εξαιρούνται τα εσπεριδοειδή πχ το πορτοκάλι, που άπαξ κι είναι ξινό, όσο και να το φυλάξεις μπας και σιτέψει, πάλι η ξινίλα  θα μείνει πάνω του και θα μείνει. Αυτό ισχύει και για τα μανταρίνια, όπως εγώ, δεν σημαίνει όμως ότι ήμουν και είμαι πεθαμένος. Σημαίνει ότι δεν μεγάλωνα ως κομμένο μανταρίνι στον ύπνο μου και δεν μεγαλώνω, αφού ακόμα δεν ξύπνησα. Εδώ πέσαμε στο αρχικό μπέρδεμα, αλλά τώρα έχουμε ένα πρώτο ασφαλές συμπέρασμα, αυθαίρετο και αδύναμο, αλλά συμπέρασμα που δίνει προοπτική:
Όλα δείχνουν ότι πρέπει να γυρίσω στην παιδική μου ηλικία, για να βρω την καθαρή άκρη στην ψυχή μου και από κει να καταλάβω τον χαρακτήρα μου και πώς πρέπει να αισθάνομαι νεκρός ή ζωντανός, όσο είμαι μανταρίνι, άρα όσο είμαι εγώ, αφού ακόμα μανταρίνι είμαι και δεν ξέρω για πόσο ακόμα, ούτε αν θα είμαι άνθρωπος αν πάψω να είμαι μανταρίνι, αφού ο ύπνος είναι εντελώς αυθαίρετος στα όνειρα, στην ασυνείδητη δηλαδή σκέψη.
Η προοπτική που μας δίνει η εξέταση της παιδικής μας ηλικίας, μας οδηγεί αναγκαστικά -είναι μονόδρομος- να μπούμε στον κόσμο των μανταρινιών, ίσως γενικά όλων των εσπεριδοειδών, αλλά κακά τα ψέματα, δεν μας ενδιαφέρουν τ' άλλα ομοειδή της οικογενείας, ιδιαίτερα το κίτρο που είναι τεράστιο, σωστή κουμούτσα και με απρόβλεπτες συνέπειες στη χρήση του ακόμα και τη φαρμακευτική. Μένουμε λοιπόν στο δικό μου είδος.
Η μανταρινιά ζει κι έχει και μανταρινάκια που είναι τα παιδιά της. Όταν κάποιοι, συνήθως μετανάστες ή και τουρίστες συγκομιστές ή και κλέφτες περαστικοί, σπανίως επαγγελματίες, τα κόβουν από το μητρικό δέντρο, τότε τα μανταρίνια πεθαίνουν; Όχι, αντιθέτως τότε γεννιούνται, δηλαδή εκείνη τη στιγμή τους κόβουν τον ομφάλιο λώρο αν κι εμείς τα φρούτα, στη συγκεκριμένη περίπτωση τα μανταρίνια, δεν είμαστε θηλαστικά, αλλά τότε μπορούμε να πούμε ότι γεννιόμαστε. Μέχρι τότε όλοι βλέπουν μια μανταρινιά με μανταρίνια πάνω της, όλα ίδια και κολλημένα πάνω της, όπως και τα φύλλα και τα κλαδιά και ο κορμός και οι ρίζες ή πριν από μήνες τα άνθη. Όλα ήταν μέρη της μανταρινιάς. Έτσι δεν είναι;
Σίγουρα κάποιοι δύσπιστοι θα πουν “Όχι” ή “Όχι ακριβώς έτσι” και λοιπά αδερφίστικα. Για να ξεκαθαρίσουμε και να πάμε παρακάτω τους λέω, “Αν με το κόψιμο από το δέντρο πεθάναμε ως μανταρίνια τότε πεθάναμε και κλείνει το θέμα, αντίο και να μας γράφετε”.
Αν ως μανταρίνια-εγώ ζούμε όμως, τότε αυτό που λογικά οφείλει να μας απασχολεί είναι ποιος ο σκοπός της ζωής μας. Να διασκεδάσουμε; Να ευφράνουμε άλλους; Να διαιωνίσουμε το είδος μας; Ή να βρούμε το σκοπό του όντος εγώ μας;
Ας ξεκινήσουμε να πραγματευόμαστε τον πρώτο σκοπό ζωής, τον εύκολο σκοπό της ζωής μας: να ζήσουμε, να επιβιώσουμε. Τότε, μην ξεχνάμε, απαιτούνται κατάλληλες συνθήκες, όπως η ψύξη, που καλείται στις ετικέτες “δροσερό περιβάλλον”. Εδώ είμαστε...
Εγώ στην ιστορία μου δεν βρέθηκα σε ψυγείο, αλλά δεν ανησύχησα μην πεθάνω εκτός ψυγείου ή σαπίσω, όχι πως δεν θα σάπιζα αν ήμουν εκτός ψυγείου κι εκτός πίνακα ζωγραφικής. Θα σάπιζα, αλλά αυτό δεν θα σήμαινε ότι θα πέθαινα. Ας το κρατήσουμε αυτό, γιατί υπάρχει κάτι άλλο που προηγείται:
Το ψυγείο και ο πίνακας ζωγραφικής είναι ένα και το αυτό στον χωροχρόνο. Τα φρούτα δεν σαπίζουν όσο βρίσκονται μέσα στο ψυγείο ή τον ψυγειοκαταψύκτη, ούτε όσο είναι στον πίνακα ζωγραφικής, που και μετά από χρόνια να τον δεις πάλι τα φρούτα του θα μένουν φρέσκα.
Επιστρέφουμε στο “σαπίζω αλλά δεν πεθαίνω”.
Το ψυγείο τι κάνει στο φρούτο και στο κρέας; Λίφτινγκ για να φαίνεται νεώτερο ή μήπως του δίνει ελιξήριο ζωής για να παραμένει νέο; Εννοείται, τίποτα από τα δύο ή και τρία ή τα τέσσερα-πέντε, όσα ενδεχόμενα και να υπάρχουν ή να επικληθούν από τη φαντασία κάποιου. Το ψυγείο απλώς αναστέλλει την αναπαραγωγή μικροβίων σε οργανικούς ιστούς, άρα αφού τα κρατάει και φρέσκα σταματά και τον χρόνο εξέλιξής τους και το σάπισμά τους. Όπως κάνει και ο πίνακας ζωγραφικής.
Έξω από ψυγείο, έξω από τον ύπνο σου, έξω από τον πίνακα ζωγραφικής που ακινητοποιεί τον χρόνο, σαπίζεις κι εξελίσσεσαι, όπως είπαμε πριν κι εξηγούμε:
Σκοπός της ζωής του φρούτου, σύμφωνα με τα παραπάνω, είναι να εξελιχθεί, δηλαδή να θρέψει κάτι. Τι; Μόνο το κουκούτσι. Ναι, η σάρκα του φρούτου, αλλά και κάθε άλλου καρπού, αυτό που τρώνε τα ζώα, σκουλήκια, τα έντομα και τα πουλιά ως αλλόμορφα ερπετά, είναι τροφή πρώτα για το κουκούτσι, όπως ο κρόκος και το ασπράδι του αβγού, που είναι η τροφή του  γονιμοποιημένου ωαρίου, ο φυτικός πλακούντας ή τα υγρά περιόδου που αποβάλλονται επειδή δεν ετελέσθη γονιμοποίηση, ίσως ούτε καν ερωτική συνεύρεση χωρίς προφυλάξεις. 
Με λίγα λόγια, βρέξει-χιονίσει ή κάνει λιακάδα, το κουκούτσι μένει άθικτο. Οι εχθροί τρώνε μόνο την τροφή του ή μέρος αυτής και αυτό μένει ζωντανό, γιατί λίγα ζώα έχουν τη μανία να σκοτώνουν καρπούς, να τρώνε δηλαδή το κουκούτσι, το εσωτερικό, τη σάρκα του κουκουτσιού, που προς αποφυγήν ομολογίας ενοχής καλείται “ξηροί καρποί”.
Ως μανταρίνι λοιπόν εγώ έτσι κι αλλιώς δεν εξελίσσομαι, δεν ωριμάζω, αλλά σιγά το πράμα! Το κουκούτσι μέσα μου τρώει και τ' άγουρα, του αρέσουν τα ξινά και δυναμώνει μέχρι να γίνει φύτρα.
Βέβαια αυτό που είδα στον ύπνο μου κι ακόμα δεν έχω ξυπνήσει, άρα μην ξεχνιόμαστε, τυπικά είμαι κανονικό μανταρίνι, έστω όχι από μανταρινιά, η κατάσταση λοιπόν στον ύπνο μου βρίσκεται πολύ μακριά από την παραπάνω φυσική εξέλιξη των πραγμάτων, μεταξύ των οποίων κι εγώ. Για ό,τι και να ισχυρίζομαι υπήρχε, -ακόμα υπάρχει- κίνδυνος να σαπίσω από μικρόβια, πριν τα κουκούτσια μου προλάβουν να μεγαλώσουν, πριν αξιωθούν να δώσουν φύτρα για διαιώνιση του είδους.
Θα έλεγε κάποιος, “Ναι, αλλά είσαι στην εικόνα του πίνακα ζωγραφικής “νεκρή φύση”, στο ψυγείο που παγώνει τον χρόνο, άρα δεν κινδυνεύεις να αλλάξεις μορφή, εκτός φυσικά αν σαπίσει ο πίνακας”.
Αυτή η κατάληξη είναι και η απάντησή μου. Πάντα υπάρχει κίνδυνος να πεθάνω, άρα έπρεπε και ακόμα πρέπει να ζήσω με αυτό το φόβο.
Αλλά υπάρχει και άλλος μεγαλύτερος κίνδυνος που οδηγεί σε εξέλιξη εξευτελιστική για μένα: να με φάνε.
Εδώ πέσαμε και σε συγκυρία εναντίον μου, που έτυχε -αν υπάρχει τύχη- να γίνω μανταρίνι και όχι πορτοκάλι. Ποιο το κακό; Ναι, δεν το βλέπετε με την πρώτη γιατί είναι ύπουλο:
Θεωρούμαι ονομαστό παιδικό φρούτο, από αυτά που ακόμα κι ένα το παιδί μπορεί να καθαρίσει μόνο του χωρίς το επικίνδυνο στα χέρια του, όπως και στα χέρια πολλών μεγάλων, μαχαίρι. Και στα χέρια ενός παιδιού, ένα φρούτο κι ένα γατάκι δεν έχουν καλή μοίρα. Αν δεν με πιστεύετε είναι και το τραγούδι, “...έβγαζα απ τις τσέπες μου φλούδες μανταρίνι / σου 'ριχνα στα μάτια να πονάς”. Προσέξατε; Όχι φλούδι λεμόνι, που υποτιμητικά λέγεται “λεμονόκουπα”, ούτε φλούδες πορτοκάλι, αφού το παιδί δεν το καθαρίζει μόνο του αυτό το φρούτο, ένεκα του κινδύνου της μαχαίρας. Μαύρη η μοίρα μου λοιπόν που έγινα μανταρίνι τα χέρια των παιδιών. Και όχι μόνο αυτό. 
Αυτό το “όχι μόνο” κρύβει ότι εκτός από παιδικό, με λένε και φρούτο γραφείου. Δηλαδή υπάλληλοι, αφεντικά, πελάτες, επισκέπτες, ελεγκτές ή διαρρήκτες με τρώνε στα γραφεία, στην αμηχανία τους και απρόσμενα, εν πάση περιπτώσει χειρότερο ενδεχόμενο από το να πέσω σε χέρια παιδιού, το οποίο στο κάτω-κάτω, ίσως δε με γουστάρει και μου δώσει μία να καταλήξω σ ένα χωράφι, σ΄ ένα κήπο, άντε σε μια νησίδα δρόμου, με σοβαρή προοπτική να καρπίσω, να συνεχίσω τη ζωή μου και τη ζωή των προγόνων μου.
Για την διαδικτυακή όπως λάχει εγκυκλοπαίδεια, φρούτο γραφείου έγινε το μανταρίνι, επακολούθως κι εγώ, γιατί εκεί δεν πρέπει να εμφανίζουν τα μαχαίρια, που ίσως κρύβουν πάνω τους ή στα συρτάρια. Μπορεί και να φέρονται παιδιάστικα και να ρίχνουν ο ένας στον άλλο στα μάτια φλούδες μανταρίνι να πονούν και οι δύο. Ούτε αυτό με συμφέρει.
Ευτυχώς, τουλάχιστον δεν έγινα το άλλο ονομαστό φρούτο γραφείου, μπανάνα, γιατί αυτή μετά από μια μέρα από την αγορά της αρχίζει να μαυρίζει τη φλούδα της, μόνο η φλούδα της και οι αφελείς την πατάνε την πεπονόφλουδα, -σχήμα λόγου- έτσι η μαυρισμένη -μόνο- εξωτερικά και λίγο εσωτερικά, μπανάνα καταλήγει αδίκως στο καλάθι των αχρήστων ή αν είναι τυχερή στο στομάχι κάποιας καθαρίστριας.
Αλλά δεν μας ενδιαφέρει, γιατί εγώ δεν είμαι μπανάνα, είμαι μανταρίνι. Εμένα η φλούδα μου με τον καιρό, όχι μια μέρα από την αγορά μου, δεν μαυρίζει, μόνο αργά και σταθερά σκληραίνει. Γιατί όμως; Μήπως γερνάω; Όχι βέβαια, παρακαλώ! Η σκλήρυνση της φλούδας μου γίνεται, βάσει σχεδίου και νομοτελειακά, χωρίς σχέδιο, επειδή αρχίζουν να ωριμάζουν τα κουκούτσια μου, τρώνε τους χυμούς, αφυδατώνουν ακόμα και το περίβλημα που έτσι γίνεται πιο σκληρό και τα προστατεύει. Τότε το περίβλημα, η φλούδα μανταρίνι, οφείλει περισσότερο από κάθε άλλη φορά να τα προστατεύσει τα κουκούτσια, γιατί είναι έτοιμα για την διαιώνιση του είδους που θα θρέψει παιδιά, ανθρώπους γραφείων, αλλά και γονείς και άλλους συγγενείς ή και γείτονες ή επισκέπτες. Ακόμα και να φάει κάποιος το σκληρό αφυδατωμένο μανταρίνι, με άλλα λόγια εμένα στο ιδανικό μου μέλλον, θα φτύσει το σκληρό μου μεγάλο, θεόρατο, καλοθρεμμένο  κουκούτσι κι αυτό είναι μια καλή αρχή στο δρόμο για τη γη και το κάρπισμα και το φτου κι απ' την αρχή. Το κουκούτσι μου φροντίζει γι' αυτή την πιθανή θετική εξέλιξη, ξέρει να πικρίζει τον ανεύθυνο ή πολύ πεινασμένο που θα δαγκώσει ένα, οπότε τα υπόλοιπα τη γλυτώνουν με το “φτου” και κάτω.
Επιτρέψτε μου εδώ μια μικρή παρένθεση: από τα πολλά εκατομμύρια σπερματοζωάρια θηλαστικών που βρίσκονται στην αίθουσα αναμονής εν ώρα ερωτικής πράξης ή δοκιμαστικού σωλήνα, για εξωσωματική γονιμοποίηση, σχεδόν πάντα, αν είναι να καρπίσει το ωάριο που τα περιμένει να το πολιορκήσουν, μόνο ένα σπερματοζωάριο θα τα καταφέρει να χωθεί και ν' αφήσει την ουρά του απ' έξω. Άντε δύο ή τρία, τέσσερα, σε τέσσερα ωάρια όμως, για πέντε ας μη μιλάμε. Στη δική μας περίπτωση ποιο από τα λίγα, άντε δέκα κουκούτσια θα καταφέρει να γίνει φύτρα, να γίνει καρπερό; Κανείς δεν ξέρει, αλλά και ένα κουκούτσι στο ένα εκατομμύριο μανταρίνια να γίνει φύτρα, πάλι το ποσοστό επιτυχίας είναι πολλαπλάσιο από αυτό των θηλαστικών. Κλείνει η παρένθεση.
Δικαίως θα έλεγε κάποιος, ότι το κουκούτσι μου, το μέλλον μου, το μέλλον της μανταρινιάς που -τυπικά- με ανέδειξε και το μέλλον του είδους μου, μπορεί να καταλήξει αμάσητο σε στομάχι. Αυτό δεν μας πτοεί, θα συνεχίσουμε να αισιοδοξούμε, όχι επειδή δεν έχουμε τίποτ' άλλο να κάνουμε, αλλά γιατί από κει, από το στομάχι κάπου θα πάει. Μπορεί σε αποχέτευση και από κει στο  “Νταχάου” εργοστάσιο βιολογικού καθαρισμού, πάντα όμως υπάρχει ελπίδα, για παράδειγμα, ίσως ο καταναλωτής να χέσει σε χωράφι. Χώρια που δεν κατέληξαν όλοι οι Εβραίοι του Β' παγκοσμίου Πολέμου σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, άσε που μερικοί τη γλύτωσαν κι από εκεί. Η ελπίδα μου έχει να κάνει με το ότι μπορεί από το στομάχι το μέλλον μου, το κουκούτσι, ν' ακολουθήσει ανάστροφη πορεία ξανά προς τον οισοφάγο κι από κει ίσως όχι σε λεκάνη τουαλέτας ή νιπτήρα, αλλά σε πάρκο, σε κήπο με γκαζόν και κάτω από κει αναμένει αχόρταγο χώμα έτοιμο να δεχτεί το κουκούτσι μου, έστω ένα από αυτά ως καρπό, διαιώνιση του είδους, σκιά για ανθρώπους, ζώα και αυτοκίνητα παρκαρισμένα, συνέχεια του χρόνου και λοιπά.
Το μέλλον μου λοιπόν είναι δυσοίωνο, αλλά εγώ κοιτάζω την ελπίδα επιβίωσης του είδους που πάντα υπάρχει και είναι πάνω από μένα που είμαι παροδικός πάνω στη γη και κάτω από αυτήν. Απολαμβάνω λοιπόν τη ζωή μου.
Ας δούμε τουτέστιν την καλή πλευρά της ζωής, υπάρχει δεν υπάρχει ζωή ή πλευρά.
Κατ' αρχάς δεν είναι και άσχημο, ούτε υποτιμητικό, να είσαι μανταρίνι. Υπάρχουν πολλά επιχειρήματα υπέρ αυτού:
Θυμίζω, “Μανδαρίνοι” ήταν για τους αποικιοκράτες οι ανώτεροι υπάλληλοι και στρατιωτικοί της αυτοκρατορικής Κίνας, ίσως επειδή αυτό το χρώμα ρούχα φορούσαν. Δεν το λέγανε πορτοκαλί, που είναι απολύτως ίδιο, επειδή στην Κίνα υπήρχαν μόνο μανταρίνια. Αυτό όμως δεν είναι τίποτα μπροστά στο ότι έχουμε και την κινεζική γλώσσα που ομιλείται σχεδόν από δύο δισεκατομμύρια ανθρώπους. Και η κινεζική γλώσσα, δεν είναι μία, είναι πολλές, πιο συνηθισμένη όμως μεταξύ τους, σχεδόν αρχόντισσα είναι ποια; Ναι, η μανδαρινική που ομιλείται και στο ιερό Πεκίνο. Ανώτερη κινεζική γλώσσα η μανδαρινική, όπως ανώτεροι υπάλληλοι και στρατιωτική ήταν και οι μανδαρίνοι.
Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω ένα συμπέρασμα μπορεί να βγει: καμιά μανταρινιά ουσιαστικά δεν μπόρεσε να πεθάνει.
Θα μπορούσα να ισχυριστώ ότι περνάμε ωραία με την κουβέντα και τα συμπεράσματα στα οποία οδηγούμαστε κατόπιν ωρίμου σκέψεως, αλλά, επιτρέψτε μου  κάτι λαϊκιστικόν και συνάμα ξαφνικόν και αναπάντεχον: επ, τι γίνεται;
Κάτι μέσα μου, όχι κάποιο το κουκούτσι μου, κάτι στο μυαλό μου, που δεν διαθέτει το κοινό μανταρίνι, μόνο εγώ που ονειρεύομαι πως είμαι μανταρίνι, κάτι τέλος πάντων μου λέει πως πεθαίνω. Πώς όμως; 
Να με τρώνε ως μανταρίνι, αποκλείεται, γιατί είμαι σε πίνακα ζωγραφικής, άντε σε κέντημα τοίχου, εκτός αν πέσαμε σε κάναν αλλοπαρμένο ή κάργα πεινασμένο. Δεν κινδύνευσα ποτέ να πέσω στην άσφαλτο εφόσον δεν είμαι σε καφάσι φορτηγού ή τσάντα αφηρημένης πελάτισσας σούπερ-μάρκετ με χέρια μανταλάκια, εκτός αν κάποιος κάργα νευριασμένος βαρέθηκε να βλέπει τη “νεκρή φύση”, την άρπαξε και την πέταξε από το παράθυρο. Υπάρχει αυτός ο κίνδυνος, αλλά αυτό δεν είναι τίποτα.
Αν πήρε φωτιά το σπίτι όπου ο τοίχος με τον κρεμασμένο πίνακα; Ναι, εντάξει, ίσως είμαι και σε αφίσα, αλλά δεν είναι τώρα στιγμή για τέτοιες φιλοσοφικές αντιρρήσεις.
Γενικά όμως, ως μανταρίνι, φοβάμαι δε φοβάμαι, δεν κινδυνεύω να πεθάνω, γιατί δεν είμαι ξεχασμένος έξω από ψυγείο να σαπίσω και να με πετάξουν στα σκουπίδια, που κι εκεί έχω την ελπίδα να με πετάξουν στο χώμα και να γίνω πάλι καρπός, όπως εξηγήσαμε και παραπάνω.
Γιατί όμως, όπως αναφέρθηκα στην αρχή, αισθάνομαι ότι πεθαίνω; Ας πάρουμε τα πράγματα ψυχρά. Ξέρω ότι δεν με πούλησε κανείς, δεν έσκισε κανείς το χάρτινο ή πάνινο ή μουσαμαδένιο περιβάλλον μου, αφού είμαι σε πίνακα ή κέντημα, άντε σε αφίσα. Δεν μ' έσβησε κανείς, που θα μπορούσε να γίνει αυτό αν ήμουν εικόνα σε κομπιούτερ. Τι συμβαίνει λοιπόν κι αισθάνομαι ότι πεθαίνω, μην πω πέθανα;
Μήπως απλώς ξύπνησα κι έγινα πάλι άνθρωπος που δε θα μπορέσει να φάει ποτέ πια μανταρίνι, κάθε που θα βλέπει μανταρίνι όμως ή θα σκέφτεται μανταρίνι θα λυπάται; Έτσι τιμωρεί η “νεκρή φύση”, που τη συνθέτουν ζωντανά κομμάτια; 
Δεν είμαι όμως σίγουρο αυτό, γιατί ποιος μπορεί να ισχυριστεί πως ό,τι μου συμβαίνει τώρα δεν είναι όνειρο; Μπα; Δεν κατάλαβα το μισό μάτι σας, σημάδι αμφιβολίας!.. Γιατί τα μανταρίνια να μην ονειρεύονται;
Αν δεν ξύπνησα όμως εγώ, ο άνθρωπος ή το μανταρίνι, θα παραμείνω έτσι όπως είμαι τώρα, δηλαδή άνθρωπος που βλέπει ότι είναι μανταρίνι, δεν ξύπνησε ακόμα άρα είναι μανταρίνι που ονειρεύεται ότι είναι άνθρωπος. Δηλαδή, πάμε πάλι απ' την αρχή.


ΕΣΥ ΣΚΟΤΩΣΕΣ ΤΟΝ ΑΔΕΛΦΟ ΜΟΥ

Οι πόλεμοι δεν έχουν νικητές. Μόνο εχθρούς.

Ο Μάρτιος εδώ και μέρες βρήκε το θάρρος και μπήκε στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια μιας χρονιάς που θα τη βαραίνει πάντα ο σελιδοδείκτης της ιστορίας.

Κοντεύει μεσημέρι και ο Γιώργος Μιχαηλίδης πριν ακόμα πατήσει το πόδι του στην Αθήνα δε μπορεί να βγάλει από το μυαλό του ότι συγγενικά του πρόσωπα τον περιμένουν σ’ ένα ξενοδοχείο της παλιάς πόλης για σοβαρή προσωπική του υπόθεση. Σε λίγο θα κάνει πως ψάχνει τον δολοφόνο του αδελφού του και θα εξιχνιάσει σχεδόν άθελά του άλλες δυο δολοφονίες. Κανείς δεν θα τον ρωτήσει ποιοι είναι οι δολοφόνοι. Ούτε καν η μητέρα του που έχασε το γιο της. Δεν θα τη νοιάζει να πιαστεί ο δολοφόνος γιατί θα τον θεωρεί νεκρό.



Ο χρόνος είναι σταματημένος λίγο πριν τη λήξη του πρώτου παγκόσμιου οικονομικού πολέμου. Περιμένει ένα μικρό σκούντημα για να ξεκινήσει πάλι το τσέρκι του στο δρόμο. Ο καιρός μαζί του. Όσο και να συννεφιάζει δεν σκέφτεται τη βροχή, γιατί και να μην πιάσει δεν πρόκειται να βγει ήλιος, τουλάχιστον σύντομα. Την Ελλάδα συνεχίζουν να τη μαστίζουν εμφύλιοι βοριάδες.



Ο Γιώργος Μιχαηλίδης σε λίγες μέρες θα βγει από τάφο όπου ό,τι και να έκανε τον έσπρωχνε όλο πιο μέσα. Για πρώτη φορά στη ζωή του θα έχει παίξει κάτι κορώνα-γράμματα κι αυτό θα είναι η ίδια του η ζωή. Ο διαολεμένος μήνας έστησε σκηνικά μπροστά του και μέσα του που τον βοήθησαν ως βάσεις δεδομένων της ζωής περισσότερο απ’ όσο μπορούσε να φανταστεί.



«Σιγά μη βρέξει. Αμ έτσι είναι άμα έχεις δεξιά κυβέρνηση. Όλο καταρρέει… αλλά ποτέ δεν πέφτει. Ψιχάλα δε θα ρίξει, σου λέω.»

Αφήνει πίσω του τη φράση μαγαζάτορα που κατεβάζει ρολά πολύ πριν την καταληκτική ώρα που «επιτάσσει» το ωράριο.

«Έχει να ρίξει πολύ δακρυγόνο όμως.»

Πάνω από τον μαγαζάτορα και τον γείτονά του η Ιστορία αφήνει σημείωμα στη μνήμη της:

«Η βαριά καταστολή των διαδηλώσεων δείχνει ότι παίρνουν την κατάσταση στα χέρια τους οι ριζοσπάστες αριστεροί. Παντού συμπλοκές που στοιχίζουν ζωές, για λίγες όμως ανοίγει το στόμα της η τηλεόραση. Οι άλλοι φοβούνται να μιλήσουν».

Στους δρόμους λιγοστά αυτοκίνητα. Τα περισσότερα μάλλον δε βρίσκουν καύσιμα ή αφορμή να κυκλοφορούν στην Αθήνα. Το ίδιο είναι. Σκόρπιοι σοβαροί λόγοι απαγορεύουν την κυκλοφορία. Από υλικοί έως το εποικοδόμημά τους, πολιτικοί.

Στην πλάτη του Μιχαηλίδη χορεύουν ρίγη του Μαρτίου. Αυτός ο μήνας πάντα τον φόβιζε, ίσως γιατί δεν είναι ούτε αρχή της άνοιξης ούτε τέλος του χειμώνα που μπαινοβγαίνει αυθαίρετα και απροειδοποίητα σ’ αυτό το μήνα.



Από τον τόπο προορισμού του, το ξενοδοχείο, αχνίζει ζεστασιά κοφτής ανάσας, που δεν φτάνει ν’ απλωθεί στις διπλανές ταράτσες και να ζεστάνει ή ν’ ανησυχήσει κι άλλους:

«Λες και δεν ήξερε ο αδελφός σου την αγωνία να τον περιμένω… τίποτα δεν τον αλλάζει αυτόν… δεν πήρε αεροπλάνο να ’ρθει… τραίνο... ίδιος από την ώρα που τον γέννησα... τον είδες κι εσύ… ίδιος από την ώρα που γεννήθηκες… μη φωνάξεις το γκαρσόνι. Απόγεμα θα ’ρθεις πασά μου; απόγευμα θα φάμε, να γίνει και μια αλλαγή στη ζωή μας, αλλά όχι σαν αυτό το κακό που μας βρήκε, Παναγία μου...»

Η μητέρα του, κομμάτι της επαρχίας που ταλαιπωρείται ακόμα από τη ζωή, θέλει να βασανίσει την πρωτεύουσα συνεχίζοντας τη μετά θάνατο του γιου της ζωή. Είχε από μέρες πίσω από την πόρτα γεμάτη τη γνωστή καρό ανάλαφρη βαλίτσα της που ο χρόνος φρόντισε να κάνει γοητευτική φθείροντάς την σαν ελληνική ταινία με γραμμές στην κόπια. Στο πρώτο χθεσινό φως πήρε δρόμο για την Αθήνα τραβώντας μαζί της και τον μικρότερο γιο της, μην αφήσει τίποτα πίσω από την πόρτα που κλείδωνε με μίσος και δεν ήθελε να ξαναπεράσει αν δεν έλυνε την ψυχή της από το βάσανο. Ακόμα και τις αναμνήσεις της πήρε μαζί κλεισμένες σε κάθε γωνία του ταλαιπωρημένου προσώπου της στο ταξίδι του χρόνου και πουθενά αλλού.

Όπως είχε από μέρες κανονίσει εγκαταστάθηκε στο μόνο γνωστό τους ξενοδοχείο των Αθηνών, έτοιμη να σκορπίσει όλα τους τα χρήματα εκεί, ακόμα και ν’ αρχίσει να πουλάει χωράφια για να παρατείνει όσο χρειάζεται την παραμονή τους. Όχι για διασκέδαση, αλλά για να βρει ποιος σκότωσε πριν από έξι μήνες το μεγάλο της γιο. Δεν είχε σκοπό να φύγει από κει αν πρώτα δεν έβλεπε τον μεσαίο της γιο, τον Γιώργο, να βάζει τάξη στα πράγματα. Είπε ότι θέλει να τον δει και θα τον δει μπρο­στά της. Θα του αναθέσει επίσημα το καθήκον και θα φροντίσει να το επιτελέσει κάτι που θα γίνει, αλλά εκείνη δε θα το μάθει ποτέ και δε θα την ενδιαφέρει πια. Και ο χρόνος θα προσπερνά πάντες και πάντα αόρατος.



Ο Κηφισός κατεβάζει νερό στη θάλασσα και μαζί όσα πάντα ήθελε η πόλη να πετάξει ή να ξεχάσει. Κρατά όμως τη μυρωδιά τους. Στις αόρατες πια όχθες του ο ποταμός φιλοξενεί τον μεσο­πόλεμο και αυτό το ξενοδοχείο που δε δείχνει να επιμένει στις παλιές δόξες του, ούτε να ελπίζει σε νέες. ακολουθεί κι αυτό τη μοίρα της παλιάς χονδρικής αγοράς που το περικλείει. Κάποτε το είχε για στολίδι, όταν αυτό ομόρφαινε πιο γρήγορα από το περιβάλλον του. Παραμένει στολίδι γιατί φθείρεται όπως όλα γύρω του, αλλά με μικρότερη ταχύτητα.

Παραμένει και αρχιτεκτονικό νεοϊστορικό μνημείο που από πενταετίας σιωπά. Φωνές ακούγονται μόνο απ’ έξω του. Τα πορτοπαράθυρα απολαμβάνουν πλέον μόνα τους τη θέα, χωρίς κεφάλια πίσω τους να κουνιούνται σε ρυθμό δασκάλου χορού με ανοιχτά πόδια, ανοιχτά χέρια και ανοιχτά χείλη σφιγμένα. Η θέα πανέμορφη για κάποιους: καθημερινές μακρινές πορείες αγανακτισμένων διαδηλωτών και βίαιων, επίσης αγανακτισμένων, αστυνομικών προλέγουν το μέλλον, σύμφωνα με τις προθέσεις ή τις επιθυμίες του προφήτη. Μια τελική σύγκρουση, αγνώστων λοιπών στοιχείων, κάθε μέρα αθετεί την υπόσχεσή της, αλλά κανείς δεν αμφιβάλλει ότι θα του έρθει.

Όλοι όμως κοιμούνται και ξυπνούν ήσυχοι ότι δε θα περάσει από τον δικό τους δρόμο.

Από το λόμπι του ξενοδοχείου οι λιγοστοί υπάλληλοι που κρατήθηκαν ως απαραίτητοι ανη­συχούν γιατί όλα είναι ήσυχα μέσα από τους εξωτερικούς τοίχους. Τους λείπουν ακόμα και οι μεθυ­σμένοι τουρίστες που τους χαλούσαν την ησυχία. Όχι πως δε μεθάνε τουρίστες, όχι όμως εκεί. Η Αθήνα έχτισε πολιτικά τείχη γύρω από τα μνημεία της, παραμένει όμως τουριστικός προορισμός, όχι τόσο δημοφιλής βέβαια, πολύ εντυπωσιακός όμως. Σε λίγο μια «τουρίστρια» θα το επιβεβαιώσει αυτό και με το παραπάνω.

Σε απόσταση ματιάς μόνο τα φώτα του ξενοδοχείου ανάβουν μέρα μεσημέρι στην περιοχή. Δεν είναι όλο το ξενοδοχείο αναμμένο, σα χριστουγεννιάτικο δέντρο άλλων εποχών, αλλά μόνο το εστιατόριό του, που εδώ και λίγους μήνες, εξαιτίας περικοπών δαπανών, ενσωματώθηκε με την καφετέρια ώστε να έχει το κτήριο κάτι να δείξει ότι λειτουργεί, μέχρι φυσικά να νυχτώσει.

Μέσα από τζάμι του ένας εικοσάχρονος νεαρός με τα καλά του σπορ ρούχα, μόλις έχει κλείσει το κινητό του τηλέφωνο και οδεύει προς ένα τραπέζι του εστιατορίου, όπου μια σχετικά γηραιά κυρία τον περιμένει και παρακολουθεί κάθε του βήμα, αλλά και κάθε άλλον που έστω τον κοιτάζει. Η κυρία δεν δείχνει πάνω από 65 αν και θα το ήθελε, όπως “φωνάζει” το επαρχιώτικο παλαιικό ντύσιμό της κι ο αρχοντικός κότσος της, λίγο ασύμμετρος και πολύ σπιτίσιος, που προδίδουν από μακριά το εξουσιαστικό ύφος και τη σουβλερή ματιά που περιμένουν τον νεαρό που έφτασε σε απόσταση βολής και τράβηξε την καρέκλα του να κάτσει. Κότσος πάντα φανερώνει την αδυναμία της γυναίκας που φορά περικεφαλαία για να σταθεί στο ύψος του άντρα της, μια και τα τακούνια της δεν αρκούν. Πολλές τον φορούν και μιλούν σαν στρατηγοί Κολοκοτρώνηδες:

«Έλα επιτέλους, ορέ Μιχαλάκη. Η ευγένεια θα σε φάει. Στη λεωφόρο βγήκες να του μιλή­σεις; Να σε στολίσουν καμιά αδέσποτη να σε τρέχω μετά στα νοσοκομεία. Αν έμεινε κανένα ανοιχτό. Κι αν σε προλάβω ζωντανό εσένα. Τον Χρήστο δεν αξιώθηκα ούτε να του ευχηθώ να με περιμένει σύ­ντομα…. Κάτσε. Του ’πες του Γιώργη ότι δε θα του μιλήσω αν δεν τον έχω εδώ, στη θέση του, απένα­ντί μου. Δίπλα μου κάτσε, άσ’ του την καρέκλα.»

Ο «Μιχαλάκης» υπακούει κι αλλάζει θέση γρήγορα, αλλά απρόθυμα μ’ ένα ψυχρό χαμόγε­λο, σαν βρισιά σε κάποια μοίρα.

«Τον ξέρεις, μαμά. Για να πάρει αυτός από το κινητό, χωμένος μέχρι τη μέση στη λάσπη θα ’ναι».

«Πουθενά δεν είναι χωμένος… ξέρω εγώ. Από την άκρη του κόσμου έσωσε να έρθει θ’ αξιω­θεί να μας κάνει τη χάρη να δούμε τα μάτια του, δε μπα να τον έχουνε τώρα κρεμασμένο ανάποδα.»

«Σε είκοσι λεπτά είπε… Να παραγγείλουμε;» Στρέφει κάπου προς τα μέσα: «Γκαρσόν!» Η φωνή του, γεμάτη ανυπόμονη νιότη, έτοιμη για καβγά, η μητέρα του όμως τον επαναφέρει στα δικά τους.

«Άσε να ’ρθει πρώτα ο δικός μας άνθρωπος... Με τα πόδια, ε; Ή τους ήρθε φασαρία και δεν τους αφήνουν να κατέβουν από το τρένο;»

«Με τα πόδια.... Εγώ ταξί θα έπαιρνα…»

«Βέβαια! Αφού το πληρώνω εγώ με τη σύνταξη του μακαρίτη του πατέρα σας!... Μέχρι να πιάσεις δουλειά… Υπάρχουν ακόμα ταξιά στην Αθήνα;»

«Απ’ αυτά που δεν υπάρχουν θα έπαιρνα για χάρη σου, κυρά μου», είπε γερά αμυνόμενος ο «Μιχαλάκης» κρατώντας για τον εαυτό του ένα ειρωνικό θριαμβευτικό χαμόγελο νικητή. «Για να δεις, εγώ σ’ αγαπάω πιο πολύ.»

«Άσε τις ζήλιες. Περιμένουμε. Δε θ’ αργήσει.»

Το χέρι της χτυπά το τραπέζι μην τολμήσει κανείς να της φέρει αντίρρηση.

«Δηλαδή, μαμά, απόψε δεν είδες στον ύπνο σου λακκούβα.»

Ο μικρός φοβάται ότι τον περιμένει απάντηση κι άρχισε να στρέφει το κεφάλι του από δω κι από κει, περιπολία για το γκαρσόνι, που εμφανίστηκε επιτέλους με τη στολή όμως του μάγειρα.

«Εσύ φώναξες;»

«Είμαστε εδώ αρκετή ώρα…. ένα νεράκι ..τον κατάλογο…. Κάτι.»

«Σόρι, όπως βλέπεις δεν είμαι γκαρσόνι».

«Γιατί…..;»

«Γιατί είμαι μάγειρας θες να ρωτήσεις; Ευτυχώς που κανείς από αυτούς δεν ήξερε να μαγει­ρεύει κι είμαι ακόμα εδώ.»

Το μάτι του ανήσυχο στην κουζίνα αποκαλύπτει ότι δεν έχει σκοπό να μείνει πολύ στην αί­θουσα.

«Ψητό βοδινό με πατάτες έχουμε…»

«Γκοτζίλα;»

Η ειρωνεία επιστρέφεται διαγραμμένη:

«Αυτόν τον πήρανε φαντάρο. Έχω και μια πράσινη σαλάτα… για τ’ άλλα, κάτι εύκολο, κάνα καφεδάκι, κάνα ποτάκι γράψ’ το γιατί να το θυμάμαι αποκλείεται και φέρ’ το μου. Εγώ είμαι ο μπάρ­μαν.» Αφήνει ένα λαδωμένο φύλλο χαρτί στο τραπέζι. «Μολυβάκι έχεις; Θα βρεις. Συγνώμη, μα­ντάμ.»

Ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές αποχωρεί αργά και θριαμβευτικά με χαμηλωμένους τους ώμους και την -κατά τη μαντάμ- κοιλάρα του εμπροσθοφυλακή για ασφάλεια. Δεν περίμενε καμία ανταπάντηση, δεν κοίταξε καν γύρω μην τυχόν τον χρειάζεται άλλος πελάτης.

Το στήσιμο της παράστασης πτωχό, η σκηνή άδεια, χωρίς πια σερβιτόρους, ταμία, τσεκα­δόρο στην «κουίντα», μπάρμαν με πετσέτα στο χέρι και χωρίς κοστούμια. Από παντού στο ξενοδο­χείο έλειπαν τα καλά ρούχα της παλιάς δόξας.

«Μιχαλάκη μου, ο Γιώργος ποτέ δεν αργεί. Μέχρι να έρθει δε θα πάρουμε τίποτα. Είκοσι λε­πτά είπε, σ’ ένα τέταρτο θα είναι εδώ. Στα λεπτά, στις ώρες και στις μέρες λογαριάζει σωστά. Στους μήνες και στα χρόνια μόνο δεν τα βρίσκει. Να δούμε πότε θα μου κάνει τη χάρη να έρθει με αερο­πλάνο. Μόνο για να φεύγει το παίρνει».

Οι μητέρες δύσκολα σταματούν να μιλάνε για τα παιδιά τους ειδικά όταν αυτά λείπουν:

«Μέχρι πότε θα τον τρώνε τα βιβλία στα ξένα; Δεν του ’φτανε το ντόπιο πανεπιστήμιο. Μου ήρθε μια μέρα και είπε ότι τον στέλνουν έξω. Ποτέ δεν μας είπε μικρός τι θέλει να κάνει, τι κάνει… αλλά κάθε μέρα κάτι έκανε. Ούτε στα κρυφά, ούτε στα φανερά. Ο πατέρας σας μου είπε, “Αυτός μια μέρα θα γίνει πολύ μεγάλος ή πολύ τίποτα”. Και τα δύο τα πέτυχε ο αθεόφοβος. Δεν ξέρουμε τι κάνει; δεν κάνει τίποτα. Μαθαίνουμε κάτι γι’ αυτόν; όλο και κάποιο σκαλί ανεβαίνει. Αχ, ο πατέρας σας… ας είναι καλά από κει που μας βλέπει, ήταν να φύγει για Γερμανία, αλλά για να δουλέψει, όχι να… Αν δε μ’ εύρισκε θα είχε φύγει κι ακόμα εκεί θα ήτανε. Αλλά εγώ τον έβαλα να στρώσει τη δου­λειά… Μέχρι φορτηγό είχαμε… Τη μισή Θήβα φόρτωσε, αλλά…»

Το λόγο της διακόπτει μια ενόχληση από κίνηση που εντόπισε στο κεφάλι της, όπως μαρτυ­ρά το χέρι της, βιαστικό να συγκρατήσει τον κότσο της, που συνελήφθη έτοιμος να χυθεί στο τραπε­ζομάντηλο. Ένας καθρέφτης στον απέναντι τοίχο συνάντησε τη ματιά της και την καθησύχασε. Ένα τσιμπιδάκι αλλάζει θέση, χώνεται πιο βαθιά και βάζει τα πράγματα στη θέση τους: «…αλλά μου τον έφαγε η καρδιά του...» Μάλλον η συγκίνηση ήταν που μήνυσε το διάλειμμα στο λόγο της.

«Μαμά, τα ξέρω αυτά.»

«Αν ήξερες, αλλά εσύ τίποτα δεν πήρες είδηση, μόνο να παίζεις κι εκείνος να σε σηκώνει στον ουρανό, να σ’ έχει σα μπρελόκ στο φορτηγό του…»

Κόμπος στο λαιμό της απαιτεί να φτιάξει πάλι στα τυφλά, αμήχανα, διά της αφής τον σπιτί­σιο κότσο της με το τρίτο της μάτι αόριστα μπροστά. Ισιώνει το σακάκι του ταγιέρ της, από σπίτι κι αυτό, κάνει πως σηκώνεται λίγο από την καρέκλα και ισιώνει και τη φούστα, ίσως από συνήθεια, ενέργεια που αρκεί να κάνει τον Μιχαλάκη να γελάει. Δεν του δίνει σημασία, προφανώς τον έχει συ­νηθίσει. «Μόνο να με διακόπτεις ξέρεις. Σαν τον πατέρα σας. Μια ζωή κορόιδευε τον κότσο μου.»

«Δεν είπα τίποτα….»

«Δεν είχε μαλλιά αυτός, βλέπεις. Αλλά κι εσύ σαν αυτόν θα γίνεις. Καρδιά μην πάθεις… Ούτ’ ο Γιώργος.» Χτυπάει ξύλο στο τραπέζι, που δεν τολμά να βγάλει άλλη άχνα. «Παναγία μου μη χάσω άλλο αρσενικό. Πού ’ναι ο Χρηστάκης, θεούλη μου!...»

«Μάδερ…»

«Σκάσε. Πας να με κάνεις να ξεχάσω; Από σφαίρα πήγε ο Χρηστάκης μου, δεν έπεσε από την κούνια. Και ξέρεις ποιος τον σκότωσε. Αλλά δεν τον πιάνουν. Δεν ήρθε ακόμα ο Γιώργος. Αυτός είναι Εγγλέζος στα ραντεβού του.»

«Σκοτσέζος. Στη Σκοτία τα μαθαίνει καλά τα κέλτικα…»

«Τα ποια μαθαίνει δε με… Αχ, δε μ’ αφήνεις να πω κουβέντα για τον Χρηστάκη μας. Αυτό το κάθαρμα, ο φονιάς, αυτός ο κούκος, που δεν έχανε ξένη φωλιά, σερβιρισμένο πιάτο γύρω του, το μυριζόταν από μακριά κι άπλωνε τη χερούκλα του. Ο Χρηστάκης μου όμως ποτέ σε πιάτο αλλουνού. Το κάθαρμα όμως, μέχρι και ρούχα του φόραγε. Ήτανε ίδιοι βλέπεις. Στο σώμα μόνο, γιατί από καρδιά δεν είχε ο …. φτου, πήγα να πω τ’ όνομά του, που να μη σώσω να πεθάνω πριν να τον δω κρεμασμένο από το παράθυρο… Αυτός τον σκότωσε.»

«Μπορεί.»

«Όχι, αυτός ήτανε και τώρα θα ’ρθει κι ο Γιώργος θα βρούμε την άκρη. Δεν πάει άλλο. Έξι μήνες μας φάγανε κι απόκριση καμία. Στα συρτάρια τους ο Χρήστος. Υπόθεση, φάκελο τον κάνανε…. δε θα ησυχάσει ποτέ εκεί που είναι. Αχ, ο Χρηστάκης μου! Αυτός μου τον έφαγε. Το κάθαρμα. Τίποτα καλό δεν έκανε. Μόνο να παίρνει από τους άλλους. Ναι, ναι, του έδωσε δουλειά του Χρήστου, τη δι­κιά του δουλειά, να του πούμε κι ευχαριστώ. Αυτός για να δώσει κάτι πρέπει να είναι έτοιμο να σκάσει πάνω του.»

«Να πάρουμε κάτι, μάνα; Να γράψω λίγο κρασάκι; Τόσο δρόμο κάναμε από τα χαράματα.»

«Τίποτα! Δε θα βάλω τίποτα στο στόμα μου, όχι τ’ όνομά του, ούτε μια σταλιά ζάχαρη. Μόνο πίκρα, μέχρι να τον δω στο χώμα και ο Χρηστάκης μου να ησυχάσει η ψυχούλα του. Όχι να σα­πίσει σε κελί. Στο χώμα να τον φάνε τα σκουλήκια. Αχ… Τίποτα δεν έμεινε όρθιο. Μόνο ο Χρηστάκης που μας κοιτάει από κει ψηλά και δε μπορεί να μπει στον παράδεισο…»

Ο Μιχαλάκης δε σταματά να παλεύει μήπως τραβήξει την προσοχή της μητέρας του από τον Χρήστο. Με το σηκωμένο χέρι του που κάνει νεύμα στο «γκαρσόνι» κι ας είναι καθαρό πια πως είναι αδύνατον να τον δει ή να νοιαστεί. Με το άλλο του χέρι χαϊδεύει μηχανικά το στομάχι του. «Έπρεπε να φέρεις ένα ταπεράκι με το κοτόπουλο που ’ψησες. Χαμένο θα πάει.»

Η μητέρα υποκύπτει και αλλάζει θέμα, όπως όμως ήθελε εκείνη:

«Καμιά δε σου γυάλισε ακόμα; Να την αγαπήσεις και να μη σε θέλει, να σταματήσει να βα­ράει το στομάχι σου ταμπούρλο. Τίποτα δε θα πάρουμε. Μέχρι να ’ρθει ο προκομμένος ο αδερφός σου θα έχει κρυώσει το φαΐ του. Αυτοί βιάζονται να στα φέρουν για να τελειώνεις και να φύγεις να έρθει άλλος. Ή να σβήσουν τα μάτια στην κουζίνα μια ώρα αρχύτερα να μην πληρώνουν.»

«Καλά, δεν είδα και κανέναν να τρέχει να μας εξυπηρετήσει!...»

«Τους έμεινε από τότε που είχαν πελατεία. Αυτό το ξενοδοχείο είναι το μόνο που ερχόταν ο μακαρίτης πατέρας σας. Δεν είχε εμπιστοσύνη σε κανέναν άλλο. Ούτε σκέψη γι’ αλλού. Από το υπε­ραστικό εδώ. Δεν είχε μάτια γι’ άλλο ξενοδοχείο.»

«Ούτε γι’ άλλη γυναίκα.»

Ο μικρός θεώρησε έξυπνο αυτό που βρήκε να πει και το προλόγισε με μισό γέλιο κρατώντας το άλλο μισό για επίλογο. Η μητέρα του έκανε πως δεν άκουσε. Ίσως και ν’ αρνείται, ίσως δεν θέλει ν’ ακούει τέτοια και δεν τ’ ακούει. Μετά το τελευταίο μισό γέλιο του γιου της συνεχίζει τα δικά της με τα μάτια της και τις άκρες των χεριών της προς τα γύψινα της οροφής και των τρισδιάστατων γω­νιών της με τους τοίχους.

«Το βλέπεις; Αυτό είναι ξενοδοχείο. Τότε που οι άνθρωποι είχαν μεράκι να φτιάχνουνε κάτι με γούστο. Σήμερα... φώναξε το γκαρσόνι να παραγγείλω και για τον Γιώργο, που θα ’ναι νηστικός από χθες. Τώρα φώναξέ τον…. θα μας φάει κάνα τέταρτο μέχρι να καταλάβει τι θέλουμε.»

Η κυρία είναι σίγουρη ότι κρατά τους τύπους στο τελετουργικό της και θα θέσει το θέμα επίσημα στο οικογενειακό τραπέζι, χωρίς ο Γιώργος να τους έχει βρει με σερβιρισμένο το φαγητό μπροστά τους, οπότε θα έχει το ρόλο του επισκέπτη. Ο Μιχαλάκης δεν τα ξέρει, ούτε ενδιαφέρεται γι’ αυτά τα τελετουργικά.

«Ναι, ναι¸ τρέχω.»

Πράγματι ο Μιχάλης έδειξε έτοιμος να σηκωθεί να πάει στην κουζίνα να παραγγείλει κάτι στον μάγειρα. Αλλά…

«Άσε. Άλλος είναι για να τρέχει.»



Ο από μηχανής θεός αντί γι’ αεροπλάνο προτίμησε το αργό τραίνο που έχει σταθμούς και κάθε στάση τού επιτρέπει να μετανιώσει και να γυρίσει πίσω στην ανυπαρξία του και στα μυαλά πα­θητικών ανθρωπάκων που τον περιμένουν χωρίς καν να έχουν κάνει έστω μια θυσία γι’ αυτόν ή για οποιονδήποτε άλλον. Δεν είναι σίγουρος ότι αξίζουν λύση στο δράμα τους και δεν έχει καμία εμπι­στοσύνη στην κάθαρση που επακολουθεί. Δεν τον πειράζει που υπάρχει, τον ενοχλεί όμως που κάποιοι περιμένουν καλό από θεούς. Ο από μηχανής θεός ποτέ δε βιάζεται. Έμαθε από πρώτο χέρι ότι μια λύση που έρχεται πριν γίνει γνωστό το πρόβλημα είναι χειρότερη από αυτό. Τα χειροκροτή­ματα με την είσοδό του στο προσκήνιο δεν τον ξεγελούν. Ξέρει και ότι είναι σκιάχτρο που δεν αντέχουν οι θεατές, γι’ αυτό οι ποιητές τον εμφανίζουν πριν το φινάλε. Όσοι συνάδελφοί του βγήκαν νωρίτερα ξεφτιλίστηκαν γιατί βρέθηκαν αναγκασμένοι να παινέσουν την ομορφιά τους. Ο από μηχα­νής θεός απαιτεί μεγάλη προετοιμασία. Δεν εμφανίζεται ξαφνικά. Όλοι τον περιμένουν.



«Θα πάω από οδό Θερμοπυλών», χαράσσει στο χάρτη του μυαλού του ο Μιχαηλίδης. «Ακόμα και σε λεηλασία καταστημάτων να πέσω με αθωώνει για τους αστυνομικούς η εμφάνισή μου Για τους ταραξίες όμως; Σήμερα είμαι λίγο αξύριστος, αλλά δεν αρκεί να με σώσει αυτό.»

«Σπάνια βλέπει κανείς ξυρισμένο άνθρωπο να κυκλοφορεί σ’ αυτούς τους δρόμους», θα ’λεγε κάποιος παρατηρητής και θα συμπλήρωνε ότι εδώ, πριν εκτεθεί κάποιος στο δρόμο φροντίζει ακόμα και τα μαλλιά του να ξεχτενίσει. Οι ξυρισμένοι κυκλοφορούν μόνο σε δρόμους που δε μπο­ρούν να πλησιάσουν οι άλλοι. Και μέρα με τη μέρα αυτοί οι δρόμοι λιγοστεύουν.

«Πρέπει να ξυριστώ. Το δέρμα συνηθίζει τις τρίχες κι ερεθίζεται στο ξύρισμα τριών ημερών. Μην πάω από Αγίας Ελένης.»

Δίκιο έχει. Στο χάρτη φαίνεται πιο σύντομη η διαδρομή από Αχαρνών αλλά το πεζοδρόμιο μειώνει την ταχύτητα, γιατί είναι γεμάτο μισοτελειωμένα έργα με υπογραφή τα χαντάκια και τους σωρούς χώματος δεκαετίας.

«Θα πάρω αεροπλάνο να φύγω. Αύριο το πρωί θα καταλάβει ο Επιβλέπος ότι λείπω, το απόγευμα θα με δει κανονικά στο γραφείο του. Δε μπορώ να καθυστερήσω. Το βρετανικό φλέγμα εί­ναι υπεράνω δικαιολογιών.»

«Επιβλέπος» προφανώς είναι ο καθηγητής που επιβλέπει την διατριβή του Γιώργου Μιχαη­λίδη στο πανεπιστήμιο που τον φιλοξενεί. Φυσικά δεν πέρασαν τυχαία από το μυαλό του οι τελευ­ταίες σκέψεις. Από την πρώτη συμβουλή του προέδρου του ιδρύματος όταν του επέδιδε επίσημα την υποτροφία που ο Γιώργος τώρα αξιοποιεί, θυμάται μια κουβέντα που του φάνηκε πολύ «νεράκι» για αυθόρμητη και την απαξίωσε θεωρώντας την καλά προβαρισμένη. Αλλά την άκουσε και την επι­καλείται στον εαυτό του: «Πρόσεχε τους Σκοτσέζους. Είναι πνευματικοί αριστοκράτες, αγνοούν επι­δεικτικά τις δικαιολογίες. Τις βλέπουν απαξιωτικά ως σημάδι που φέρουν στο κούτελο οι ταπεινοί ψεύτες του λαού».

Δεν μαρτύρησε καμιά αποκάλυψη αυτή η ρήση του προέδρου. Δεν είχε κι άδικο. Οι αριστο­κράτες ποτέ δεν δικαιολογούν τις πράξεις τους. Είναι φορείς εξουσίας δεν έχουν τέτοια ανάγκη.

«Θα δυσαρεστηθεί πολύ ο Σκοτσέζος αύριο που θα δει ότι λείπω. Δε θέλω να το σκέφτομαι. Την υποτροφία την πλήρωσαν προκαταβολικά. Θα μου ζητήσουν τα λεφτά πίσω και μάλιστα σε εί­δος. Δεν είναι και δικά τους. Θα καταντήσω να κάνω κι εκδουλεύσεις; Μην καθυστερήσω; Θα πάω από τον σίγουρο δρόμο. Τσαλάκωσα και το σακάκι μου. Έπρεπε να το έχω βγάλει πριν καθίσω στη θέση.»

Και συνεχίζει αγνοώντας τη συμβουλή του ρεμπέτη στο νέο, για τη χάρη του αργού, η ταχύτητα είναι περιττή και ρίχνει στο χώμα μια ώρα αρχύτερα ζωή, το τσιγάρο που μόνο τη στιγμή που ανάβει βιάζεται να καεί, αλλά «…άπαξ κι άναψε, πάει κι αυτό… όχι μεγάλες ρουφηξιές, λοιπόν.»



Τη στιγμή που κατέβηκε από το τραίνο το μάτι του βρήκε το «τραυματισμένο» ρολόι του σταθμού που ομολόγησε εύκολα ότι η ώρα ήταν δύο και μάλλον αλήθεια έλεγε. Το πίστεψε γιατί ποτέ μέχρι τότε δεν αμφισβήτησε καμία δόση ειλικρίνειας. Λίγο πριν κλείσει το τελευταίο μοντέλο κινητό του απ’ όπου μιλούσε με τον αδελφό του Μιχαλάκη, άλλα λόγια του έκλεψαν την παράσταση από τα μεγάφωνα-κόρνες του σιδηροδρομικού σταθμού που δεν έλεγαν να ησυχάσουν, αλλά με φωνή ατάραχη σαν να γνωστοποιούσαν τέλος προσφοράς για ένα προϊόν σούπερ-μάρκετ:

«Προσοχή, προσοχή, μην προσεγγίσετε τη λεωφόρο Δημοκρατίας. Σοβαρά επεισόδια θέτουν σε κίνδυνο τη σωματική σας ακεραιότητα και τη ζωή σας».



«Ένα χιλιόμετρο, δυο χιλιάδες βήματα έχω να κάνω, από τα τραίνα στα υπεραστικά λεωφορεία και το ξενοδοχείο

Τα υπεραστικά ήταν η παλιά «γειτονιά» του πατέρα του που ποτέ δε μπήκε σε τραίνο, όπως άλλοι δε μπαίνουν σε αεροπλάνο. Εκεί και το «ξενοδοχείο του», το μόνο που χρησιμοποιούσε όταν έπρεπε να διανυκτερεύσει στην πρωτεύουσα.

Κοιτώντας το λεκανοπέδιο από ψηλά καθένας μπορεί να δει πως ο Ελαιώνας εισέβαλε πια για τα καλά στην Αθήνα. Όχι βέβαια με τα άφαντα από δεκαετίες λιόδεντρά του, αλλά με το ερειπωμένο βιομηχανικό του τοπίο.



«Μπλε φορτηγάκι μεταφορών όρμησε χθες σε διαδήλωση εργατών των ναυπηγείων και άφησε πέντε στον τόπο. Ο ένας ήταν ο κουλουρτζής που απλώς βρισκόταν εκεί, όπως κάθε μέρα. Κα­νείς αστυνομικός δεν είδε τι έγινε. Το φορτηγάκι αμέσως μετά εξαφανίστηκε. Κάποιος από την κα­ρότσα πέταγε πίσω του προκηρύξεις ακροδεξιών… διαφόρων οργανώσεων, βρισιές και άσεμνες χει­ρονομίες.»



Πάνω από το τρένο μόνο το ελικόπτερο που πετούσε για έλεγχο πολύ κοντά και χαστούκιζε τ’ αυτιά των «γήινων» είχε καταφέρει να διακόψει τον διπλανό επιβάτη του Μιχαηλίδη που δεν έλεγε να κλείσει το στόμα του. Και το έκλεισε όχι για τον θόρυβο του ελικοπτέρου, αλλά για την έκπληξη που το “πετούμενο” αυτό προκάλεσε στο μικρό αγόρι με το κίτρινο καπέλο:

«Μαμά, κοίτα, κοίτα».

Αυτή ξεροκατάπιε κι έκανε σα να μην πρόσεξε τίποτα. Ήξερε.

«Την τσάντα σου πιάσε, φτάνουμε».

Ο μονόλογος του φοβισμένου ξαναπήρε μπρος κόντρα στο μικρό αγόρι και τη μαμά του. Στην πρόσφατη μνήμη του Μιχαηλίδη:

«Όχι, όχι, θα πιαστούν κάποτε. Θα πιαστούν και θα καταδικαστούν, αλλά όπως πάντα μόνο για το τελευταίο έγκλημά τους. Όλο και κάποιος φουκαράς όμως θα έχει πληρώσει κάνα προηγούμε­νό τους

Την ανάμνηση διακόπτει φωνή από τον παρακείμενο χρόνο:

«Είναι ακριβιστές…»

Στο καφενείο του σταθμού κάποιος που τα ξέρει όλα ψιθυρίζει εμπιστευτικά και δυνατά στον διπλανό του για να τον ακούει και ο παραδίπλα που πετάει τα σκισμένα εισιτήριά του στο πάτωμα πάνω από κάτι πλαστικά ποτήρια παραταγμένα στο τραπεζάκι γεμάτα καφέδες που έπνιγαν γόπες απείθαρχων καπνιστών.

«Ακτιβιστές», διόρθωσε κάποιος -προφανώς- άλλος.

«Είναι ακριβά τα είδη κι ο φτωχός λαός δεν έχει λεφτά ν’ αγοράσει… έτσι λένε… ανθρώπινα… ανθρωπιστικά δικαιώματα, λένε. Πάλι θα μπουκάρανε σε σούπερ-μάρκετ».

Ο Μιχαηλίδης τ’ άκουσε αυτά περνώντας και τα πήρε μαζί του για να τα μπερδέψει με δικά του.

«Δίνουν τα ψίχουλα στους φτωχούς για να τους κάνουν ασπίδα να την κοπανήσουν με τα περισσότερα να τα εμπορεύονται. Αλλά τι να κάνω εγώ;»

Αφήνει πίσω απ’ το βιαστικό βήμα του έναν πολιτικό αναλυτή:

«Αυτά τα κάνουνε οι φασίστες και βρίσκει αφορμή η κυβέρνηση να παίρνει κι άλλα κατα­σταλτικά μέτρα. Συνεννοημένοι είναι γιατί εδώ και… χρόνια τώρα… από το ’12…»

Η φωνή σβήνει μαζί με όποια αλήθεια έκρυβε και ο δρόμος δεν παινεύεται ότι είναι σε κα­λύτερη κατάσταση από αυτή που βρέθηκαν τα λόγια των «βουλευτών» και «δημοσιογράφων» του καφενείου στον σταθμό των τραίνων.

Ως διαβασμένος επαρχιώτης φρόντισε από μικρός να μη φοβάται την προσοχή των άλλων στην πρωτεύ­ουσα, όπως και οι υπόλοιποι μη προκλητικοί διαφορετικοί που περπατάνε σαν τους χασικλήδες με σίγουρα βήματα που φαίνονται από μακριά προσχεδιασμένα, από αυτά που ονομάστηκαν “μάγκικα”. Δεν ρωτάει κανέναν για κα­νένα δρόμο, έτσι αποφεύγει να μοιράσει ύποπτα βλέμματα γύρω του. Τώρα διστάζει σοβαρά να κόψει δρόμο από τη στοά που εξοικονομεί χρόνο αλλά εγκυμονεί κινδύνους. Κάθε που βλέπει στοά φαντάζεται κρυμμένα ξυρισμένα κεφάλια, σαν κόκορες πάνω από γυ­μνασμένα κορμιά έτοιμα να πάνε στην κοντινή διαδήλωση να ξεκουράσουν την αστυνομία. Συγκε­ντρώσεις-αντισυγκεντρώσεις. Δεκαετία του ’60. Λαμπράκης, Πέτρουλας, Χούντα. Τώρα είναι χειρότερα. Τα ξυρισμένα κεφάλια σε κάθε γειτονιά έχουν οπλοστάσιο.



Οι τοίχοι είναι πολιτικοποιημένοι: «Η Δημοκρατία δεν είναι απαραίτητη». Το σύνθημα αναδύεται μέσα από εχθρικές μουτζούρες που έσταξαν κάτω και σημαδεύουν ίχνη βιαστικών. Οι προθέσεις των δημιουργών του σκοτεινές, όπως και η πολιτική τους ταυτότητα, αφού ή δεν πρόλαβαν ή δεν ήθελαν να υπογράψουν. Μπορεί να το έγραψαν φασίστες… ή αναρχικοί… μάλλον όχι οι πρώτοι γιατί δεν έχει κανένα ορθογραφικό λάθος.



Σταθμός τραίνων - σταθμός υπεραστικών λεωφορείων. Ανάμεσά τους όλα βουλιάζουν κοινή θέα επειδή βρίσκονται στο κέντρο της Αθήνας. Περιφερειακές υποθέσεις θάβονται, καταλήγουν σκόνη σε συρτάρια αρμοδίων και θάβουν τις σελίδες και την αλήθεια τους.

«Κι αν βρω ποιος σκότωσε τον αδελφό μου τι θα κερδίσουμε; Φτάσαμε να μην ξέρει κανείς ποιος σκοτώνει ποιον. Αφού οι μεν δεν γνωρίζουν το θύμα, γιατί οι δε να μάθουν τον θύτη

Σπάνια άκουγε κάποιος τον μακαρίτη Χρήστο Μιχαηλίδη να μιλάει. Όταν άνοιγε το στόμα του τα έλεγε όλα σε μία πρόταση με μισές ανάσες.

«Ναι, Γιωργάκη, ναι… από το πρωί ως το βράδυ διαβάζεις, αλλά πού στο διάολο βρήκες λε­φτά και γέμισες πάλι το ψυγείο; κούτες κουβαλάς στο βιβλιοπωλείο που χάνεσαι, δε μου το βγάζεις απ’ το μυαλό… Μην τυχόν και σ’ έστειλε ο Τζαμάνης σε κάνα μερεμέτι κι εσένα; αλλά το μισό μερο­κάματό σου θα το ’χε παντελονιάσει προτού πας… στο είπα, ρε, μη μπλέκεσαι με δουλειές, εσύ είσαι για να σπουδάσεις... αλλά δε σε παίρνω χαμπάρι

Ήξερε το ποιόν του «κολλητού» του, αλλά οι συγκυρίες εκβιάζουν και ο ενάρετος προσαρ­μόζεται ακόμα και στη χειρότερη θέση. Όλη του τη ζωή δούλευε για να σώσει. Μετά το θάνατο του πατέρα τους θυσίασε τελετουργικά τη ζωή του για να τελειώσουν το σχολείο και να προκόψουν τα μικρότερα αδέλφια του, που σύμφωνα με την κοινωνία είχαν πιο άμεσες ανάγκες. Τώρα αυτή τη ζωή την έχασε. Ο Γιώργος δεν θέλει να χάσει λεπτό από τη δική του χαμένος σε υπηρεσιακούς δια­δρόμους. Έμαθε ότι ακόμα και η παράκαμψη της γραφειοκρατίας κάθε τόσο κάπου κολλάει. Ο εφευρέτης της γραφειοκρατίας την ξόρκισε να μολύνει όποιον την ακουμπά.

«Γιατί να βρω τον δολοφόνο του; Η μάνα μου τα δεν έχει σκοπό να ησυχάσει. Θέλει πάντα κάποιον δίπλα της, τίποτα άλλο. Καλύτερα να τον έχει να της συμπαραστέκεται παρά να τον έχει στο μυαλό της». Σίγουρα ο Γιώργος Μιχαηλίδης έχει άλλα πιο άμεσα που τον απασχολούν.



Αυτός ο καθηγητής δέχεται να λείψεις μόνο αν πεθάνεις. Καμία απουσία δεν αντιμετωπίζει με επιείκεια. Αφού έφτασες ως εδώ δεν είσαι σαν τους άλλους. Μην ξαναπέσεις σ’ εκείνους. Η προ­σπάθεια να δικαιολογηθεί κάποιος θα είναι η πρώτη και η τελευταία του. Η πλάτη του θα βλέπει την πόρτα του πανεπιστημίου να κλείνει. Η έρευνα είναι απαραίτητη για να μπείτε στην ακαδημαϊκή ελίτ και πιο απαραίτητη για να παραμείνετε. Όταν η έρευνα διακόπτεται την διαδέχεται η βαθιά σκέψη. Όχι η δικαιολογία. Όταν κάτι δε σου βγαίνει ποτέ δεν προσπαθείς να πεις ότι αυτό φταίει κι όχι εσύ. Ψάχνεις να βρεις γιατί δεν βγήκε και συνεχίζεις. Αν αφήσεις τη δουλειά σου μια μέρα αυτή θα σε αφήσει δύο. Και το γραφείο μου μια και καλή και για πάντα.



«Μήπως το πρώτο πτυχίο μου ήταν αρκετό;» Φρόντισε με τάξη και μέθοδο να μην το μάθει ποτέ αυτό. Η υποτροφία που πέτυχε να κερ­δίσει του έκοψε κάθε σκέψη για εκπτώσεις στην άνοδο κι ας μην ξέρει πού θα φτάσει, αν θα το χαρεί και τι θα έχει χάσει μέχρι τότε. Η μάνα του τον βασανίζει που έχασε κι αυτόν που αναπλήρωνε το θάνατο του άντρα της. Οι χαρές για την προκοπή των παιδιών της απλώς έρχονται και φεύγουν, δεν έχουν σημασία.

Η μητέρα του νοσταλγεί τα νεύρα που την έπιαναν κάθε που σαν τον άντρα της κάθε γιος της άνοιγε την κατσαρόλα να δει τι μαγειρεύει και προσπαθούσε να δοκιμάσει με την κουτάλα. Τους θέλει τώρα και τους τέσσερις να το κάνουν αυτό. Κι ας άκουγαν τις φωνές της τα διπλανά χωριά.



Στο μεσημεριανό τραπέζι δεν έλειπε μέρα να μην ακούσουν από τον πατέρα τους, «Ο Καρα­μανλής έκανε αυτό», ή «Ο Παπανδρέου είπε το άλλο». Μετά το θάνατό του είχαν από τη μητέρα, «Ο Χρήστος έκανε αυτό». Τελευταία ο Μιχαλάκης την ακούει μόνος του, «Ο Γιώργος είπε το άλλο».

«Αυτό που είναι να κάνω φροντίζει και το ξεκινάει εκείνη. Δεν τη νοιάζει που δεν είμαι εγώ αρμόδιος να εξιχνιάζω δολοφονίες, ούτε ελεγκτής λειτουργών του δημοσίου που κωλυσιεργούν, αμελούν ή παραβαίνουν καθήκον. Φοβάμαι όμως ότι θα τα κάνω όλα χωρίς ο Μιχαλάκης να έχει ακούσει ότι έτσι είπα εγώ.»



«Τον πιτσιρικά τον πιάσανε για τα γένια και τα μακριά μαλλιά. Τον πήρανε γι’ αριστερό. Μπορεί και ριζοσπάστη».

«Μωρ’ θα τον κάνουνε να το ομολογήσει κι αυτό στην ταράτσα της ασφάλειας».


Μαζί με το στενό Παπαναστασίου, του πρώην πρωθυπουργού που δεν κατάφερε να μπει το όνομά του σε φαρδιά λεωφόρο, ο περιπατητής αφήνει πίσω του αυτό το τοκ-σόου πεζοδρομίου. Μπροστά του προπαγανδιστική ηλεκτρονική ντουντούκα από ραδιόφωνο περιπολικού, που μάλλον δεν ήταν τυχαία ανοιχτά τα τζάμια και η φωνή στη διαπασών: «Νέο οπλοστάσιο βρέθηκε σε περιοχή της Καρδίτσας κατεχόμενη από αριστερές δυνάμεις. Οι δημοσιογράφοι και η κυβέρνηση περιμένουν τι θα μπορέσει να πει ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης



«Ο Ιωνάς δεν ήθελε ν’ ακούσει τίποτα για την περιπέτειά του κι έτσι ξεκουράστηκε μέχρι που ένα μεσημέρι ξύπνησε με τα βλέφαρά του να στάζουν ιδρώτα και φώναζε ότι αυτός που τον έσωσε κινδυνεύει. Ανάγκασε το ψάρι να ξεράσει τον Ιωνά. Το ψάρι όμως άρχισε πάλι να πεινάει και δεν θα τον συγχωρούσε ποτέ. Θα έβγαζε πόδια και θα τον έβρισκε στην ξηρά και θα κατάπινε το παι­δί του. “Εγώ φταίω”, είπε ο Ιωνάς, “Όχι το ψάρι. Με κατάπιε γιατί έκανα κακό σ’ αυτόν που θα ερ­χόταν να με σώσει. Το ψάρι θα του κάνει κι αυτό κακό, αλλά θα το χρεωθώ εγώ. Πρέπει να του το πω, αλλά το ψάρι θα με προλάβει».

Αυτός ο Ιωνάς δεν είναι, δυστυχώς για τον ίδιο, μυθική φιγούρα, αλλά αληθινή αδύναμη σκιά σε μαύρο τοίχο. Για να ησυχάσει θέλει να ομολογήσει τη θυσία του, όπου ήταν και θύμα και θύ­της. Δεν ξέρει ακόμα τι τον βαραίνει πιο πολύ.



Κάπου στα βορειοδυτικά της Αττικής κι εκεί μεσημέρι, στα μέρη που κανείς δε θέλει να θυ­μάται ότι υπάρχουν, σ’ ένα μονώροφο τριάρι που δύσκολα πείθει ότι αξίζει το βάψιμο που χρειάζε­ται, στην κουζίνα ο ένας τοίχος δεσμεύεται από νεροχύτη και εξωτερική πόρτα, ο δεύτερος από ντουλάπια, κουζίνα και παλιό ψυγείο. Ο τρίτος έχει κολλημένο πάνω του ένα στρογγυλό τραπέζι και την εσωτερική πόρτα. Ο τέταρτος ένα μπαουλοντίβανο ανοιγμένο και κατειλημμένο. Ένας νέος ακα­θόριστης ηλικίας, με μόνιμη αξυρισιά τουλάχιστον πέντε ημερών, νυσταλέο κακοσχηματισμένο πρόσωπο, μαλλί λαδωμένο με τούφες να σκορπάνε εδώ κι εκεί στο μέτωπο και τ’ αυτιά σηκώνεται από το κρεβάτι ίσα για να κάτσει πλάγια και να πατήσει στο καλοσφουγγαρισμένο μωσαϊκό. Τε­ντώνεται, ξύνει τα μάτια του με τις παλάμες γυρισμένες, βάζει το μικρό δάχτυλο του δεξιού χεριού του στο αυτό και «σκάβει». Φορά κάλτσες, η μία με τρύπα στο μεγάλο δάχτυλο απ’ όπου προβάλει ένα χοντρό μαυρισμένο από μύκητες άκοπο νύχι. Απέναντί του η μητέρα του μια βραχύσωμη σχεδόν υπέρβαρη και σχεδόν ηλικιωμένη κυρία με ρόμπα και ψαρά μαλλιά, πολύ μακριά για την ηλικίας της, του αφήνει ένα φλιτζάνι καφέ στο κομοδίνο.

«Μεσημέριασε κι ακόμα…. Σήκω επιτέλους, μωρέ.»

Μόνο η δική της παρουσία υπονοεί την αφανή νεότητα του γιου της, που είναι τυλιγμένη σε σώβρακο, φανέλα και μυρωδιές θανόντων χρόνων.

«Μόλις τους βρούμε, μάνα, ξεκίνα να μιλάς εσύ.»

«Στον ύπνο σου τους έβλεπες πάλι;»

«Δεν τους είπα ευχαριστώ τότε… δε μπορώ τώρα. Όσο άντεξα έκατσα… όσο τους άφησα να με σώσουν. Όταν τους θυμάμαι βλέπω τους διαόλους που με πήρανε. Δε θέλω να μιλήσω στην κυ­ρία. Σηκώθηκα τα χαράματα γιατί είδα στον ύπνο νου να τις ζητάω συγνώμες.»

«Σταμάτα!.. Σε πιάνει πάλι το βάσανο. Σταμάτα. Πού είναι ο Χρυσός οδηγός;»

Ήδη είναι σκυμμένη με το χέρι να ψάχνει σε χαμηλό ντουλάπι που του λείπει το δεξί φύλλο.

«Σου είπα μην τους πάρεις τηλέφωνο, να τους δούμε πρέπει.»

«Πώς θα τους πάρω, ρε! Έχει κανείς τηλέφωνο εδώ γύρω; Τον κάψανε τον ΟΤΕ οι κομμουνι­στές. Κι ο Κωνσταντίνος είπε καλύτερα μην τους πάρει από το γραφείο του και τον δούνε οι ανώτε­ροι, «..τραβάτε, μάνα, να σας δουν για να καταφέρετε να τους φέρετε». Ακούς ο αδελφός σου; Να βρω τη διεύθυνση θέλω τον κατάλογο, αλλά πού στο δαίμονα είναι; Τον πείραξες;»

«Να πάμε να τελειώνουμε, μάνα.»

«Να τος.»

Η μητέρα σηκώνεται μ’ έναν πολύ παλιό Χρυσό Οδηγό στο χέρι και χαρά στα μάτια που το κατάφερε.

«Να τελειώνουμε, ε; Μωρ’ άμα πάμε, να δεις που θ’ αρχίζουμε».

Είναι ο Γαβρήλος Σύρμας και η μητέρα του Γαλάτεια. Μόνο το όνομα είναι όμορφο πάνω της.



Το πρωί βγαίνοντας από την οικία του ο πρωθυπουργός δήλωσε, “Υπομονή και κουράγιο. Αποφεύγετε τις περιττές πολιτικές κινήσεις. Προβοκάτορες στο κέντρο της πρωτευούσης δυναμιτί­ζουν το κλίμα…”



Ο Γιώργος Μιχαηλίδης ακόμα δεν είδε ούτε ένα παρκαρισμένο υπεραστικό λεωφορείο, άρα χωρίς πολλή σκέψη ξέρει ότι βρίσκεται μακριά από το σταθμό τους και τα ξενοδοχεία των οδηγών. Κανείς δεν διακινδυνεύει ν’ αφήσει το όχημα σε θέση απ’ όπου δεν θα του είναι άμεσα ορατό.



Η πόλη συνεχίζει να φαντάζει ασπρόμαυρη. Μπροστά του ένα ερείπιο οδοφράγματος. Μισοσπασμένη και μισοκαμένη παλέτα του ανάμεσα σε δυο σωρούς του κόβει το δρόμο. Θα μπορούσε άνετα με το δεξί του χέρι να κάνει πέρα το υπόλειμμα οδοφράγματος, αλλά το αποφεύγει μην αφήνει πλάνες εντυπώσεις, δεν θεωρούσε ότι η μορφή του ανήκει σε τέτοια εικόνα. Τη σβήνει από το μέλλον του και κάνει παράκαμψη που θα του στοιχίσει τουλάχιστον δέκα λεπτά δρόμο. Νέα βόμβα έσκασε στο κινητό του με SMS: «Την είχε στήσει στον Παντίκο και μόλις γύρισε από τον τελικό στο Γουέμπλεϊ του μήνυσε να μαζέψει τα πράγματά του. Ούτε που του μίλησε. Με ρώτησε για σένα. Δε σε βλέπω καλά. Γύρνα αμέσως».

Σβήνει το μήνυμα παραλίγο να δει στο καντράν του κινητού το μέτωπό του συννεφιασμένο σαν τζάμι σε παράθυρο του Εδιμβούργου το απόγευμα.

«Δεν έπρεπε να φύγω. Δεν έπρεπε… αλλά δε μπορεί, δυο μέρες τις έχω. Ο Παντίκος ήταν κατ’ εξακολούθηση κοπανατζής.»

Στο μυαλό του λάμψη όλο το τοπογραφικό σχέδιο του κέντρου της Αθήνας. Φωτίστηκε βια­στικά για να του θυμίσει την πιο σύντομη διαδρομή από την αφετηρία του, τον σταθμό των τραίνων, μέχρι το ξενοδοχείο κοντά στον σταθμό των υπεραστικών. Η ανησυχία που προκάλεσε το νέο του επιταχύνει το βήμα. Το κρατάει όμως, γιατί όποιος δείχνει ότι βιάζεται είναι σαν να τρέχει κυνηγη­μένος και θα καταλήξει σε περιπολικό της αστυνομίας.



Βόμβα εξερράγη πριν από λίγο σε υπηρεσία του δημοσίου που παραμένει εδώ και μήνες κλειστή. Δεν σημειώθηκαν ζημιές σε κοντινά κτήρια, ούτε νεκροί ή τραυματίες και ακρωτηριασμένοι.


«Ναι, ούτε εξαερώθηκαν οστά, ούτε έγινε κανείς χαλκομανία στον τοίχο. Πώς τα λένε…»

«Θέλουν να ρίξουν την κυβέρνηση οι ριζοσπάστες».

«Οι ίδιοι οι δεξιοί την έβαλαν για να διαλύσουν το κράτος και να φέρουνε χούντα»



Στα βορειοδυτικά της Αττική, κάπου έξω από τη Μάνδρα υπάρχουν ακόμα τηλεφωνικοί κα­τάλογοι “Χρυσοί Οδηγοί”.

«Ερυθρές το λένε. Δίπλα στο σταθμό. Το βρήκα το ξενοδοχείο τους, Γαβρήλε, ντύσου ρε. Ξε­κινάμε.»

Ο Γαβρήλος ακόμα δε λέει ν’ αφήσει το κρεβάτι που είναι μπαουλοντίβανο.

«Έτσι που 'μαι, θα μας δει κι ο κόσμος.»

«Ντύσου τότε!»

«Μάνα, ξέρεις, από τότε δεν είμαι για πολλά…»

«Ποτέ δεν ήσουνα. Μήπως θες να τους πάρω ένα τηλέφωνο να τους πω ένα ευχαριστώ να τελειώνουμε; Εσύ μου ’πες να πάμε.»

«Όχι, όχι, να πάμε. Να τους βοηθήσω… Δεν είχα κουράγιο…»

Η Γαλάτεια Σύρμα δεν ρώτησε σε τι είχε σκοπό ο γιος της να βοηθήσει αυτούς που θα επι­σκέπτονταν στο ξενοδοχείο «Ερυθραί» της Αθήνας. Το είχε άλλωστε προσπαθήσει πολλές φορές, αλλά έπεφτε σε τείχος που χόρευε κι έλεγε ακαταλαβίστικα. Τέτοια μηνύματα κρίσης δεν ήθελε να ξαναδεί, ειδικά εκείνη τη στιγμή που είχαν να κάνουν σχετικά μεγάλο ταξίδι, από το σπίτι τους στις παρυφές της πρωτεύουσας στο κέντρο της Αθήνας.|

«Πάμε, τώρα μη μας πιάσει η νύχτα. Άντε, πιο κοντά στη Θήβα είμαστε».

Το σπίτι απ’ έξω ξεχωρίζει πίσω από τις πλάτες τους για τα μπλε, στο χωροφυλακίστικο χρώμα, παράθυρά του.

Μετά από μία ώρα θα βρίσκονταν σε λεωφορείο μοναδικοί επιβάτες. Η μητέρα με κλασικό βυσσινί ταγιέρ, ίσια, ατάκουνα παπούτσια σχεδόν πασούμια και ένα μαντίλι στο κεφάλι, γυρίζει τον γιακά στο πολυκαιρισμένο τριμμένο στρατιωτικό τζάκετ του Γαβρήλου που κάθεται στη θέση στο πα­ράθυρο και δε λέει να κοιτάξει μέσα.

«Λίγδα. Πάλι δεν πλύθηκες, ανάθεμα την ώρα που σ’ έκανα. Κόλλησε ο γιακάς στο σβέρκο. Ούτε να τον βγάλεις δεν είχες δύναμη; Τα πήρες τα χάπια ή τα πέταξες πάλι;»

«Άσε με». Ο Γαβρήλος δείχνει να οδηγείται στο απόσπασμα. Η μάνα του έχει όρεξη να διορθώσει τη ζωή του γιου της, εκείνη τη στιγμή, στο άδειο λεωφορείο που στενάζει, με τον οδηγό φοβισμένο ή νευριασμένο, το ίδιο ήταν πάντα, αλλά αμίλητο.

«Αν δεν ήταν ο Κωνσταντίνος, δε θα έβαζαν το λεωφορείο μπρος.»

«Μ’ αφού δεν ήθελε να πάμε.»

«Ας είναι καλά αυτός. Να πας μου είπε κι εσύ μαζί του, γιατί αυτός θα πάει μόνος του και δεν ξέρω τι θα κάνει. Κι αφού θα πάτε μη γυρίσετε χωρίς αυτούς.»

Ο Γαβρήλος στο άκουσμα αυτού του τελευταίου δείχνει για πρώτη φορά χαρούμενος. Τα μάτια του ατενίζουν κάποια ελπίδα που περνά από τα χωράφια και το παράθυρο του λεωφορείου

«Το ξέρω, του το είχα..»

« Έχε χάρη στον αδερφό σου… χωρίς αυτόν θα σ’ είχα θαμμένο».

«Η κυρά Μαρία μ’ έσωσε, στο Γουτούπι, αλλά δεν της είπα ευχαριστώ».

«Θα μου πεις πώς βρέθηκες σ’ αυτό το κωλοχώρι; Άσε, θα μου το πει η κυρία.»

«Της χρωστάω, της χρωστάω. Δεν είμαι καλός. Δεν έπρεπε». Κρατάει το ρυθμό στα λόγια του χτυπώντας μηχανικά τη μαύρη φρεσκοβαμμένη αρβύλα του στο πάτωμα.

«Σταμάτα το τραγούδι πάλι… Θα μπλέξουμε. Ποιος ξέρει τι έκανες!... Και βρωμάει το βερνί­κι. Ανάθεμα. Ρεζίλι θα με κάνεις.»



Ο Μιχαηλίδης βλέπει με χαρά μπροστά του το πρώτο υπεραστικό λεωφορείο παρκαρισμένο απέναντι σε μία πανσιόν οδηγών. Του θυμίζει ότι βρίσκεται κοντά στο σταθμό. Σταματά σ’ ένα φα­νάρι να περάσει. Δε φαίνεται να έρχεται αυτοκίνητο από πουθενά, αυτός όμως εκνευριστικά για άλλους περιμένει ν’ ανάψει ο «Γρηγόρης» για τους πεζούς. Λίγο δεξιά του είναι πεσμένο ένα ποδή­λατο που μάλλον στηριζόταν σε στύλο οδικού σήματος. Κοιτάζει προσεκτικά τους περαστικούς, δυο-τρεις προσπερνούν το ποδήλατο κι αδιαφορούν. Κανείς δε δείχνει διατεθειμένος για τίποτα. Δείχνει εκνευρισμένος, τρέχει το σηκώνει, το στηρίζει στο σήμα κι επιστρέφει ξανά στο φανάρι.

Τα μάτια του πρασινίζουν από τον Γρηγόρη που μόλις άναψε. Φτάνει στη μέση της διάβασης και τότε ξαφνικά εμ­φανίζεται, μάλλον από υπόνομο, δεν εξηγείται αλλιώς, φουριόζικο ένα μαύρο «αλήτικο» γερμανικό ΙΧ μεσαίου κυβισμού με τρακαρισμένο το αριστερό του μπροστινό φτερό. Ευτυχώς πάγωσε αυτομάτως μόλις το αντιλήφθηκε και κάρφωσε τις φτέρνες του στην άσφαλτο. Ίσα που δεν τον σκότωσε.

«Σε ξύρισε, καημένε! Ρίχ’ του καμιά μούντζα, του μαλάκα», άκουσε από πίσω του, αλλά δεν έδωσε σημασία και συνέχισε ατάραχος. «Σιγά μην του κάνω μαθήματα οδήγησης».



Έφτασε επιτέλους στο ξενοδοχείο. Μόλις περνάει πίσω από το ιερό της διπλανής εκκλησίας, της αγίας Φωτεινής και ατενίζει με ανακούφιση της είσοδο του. Ένα σύννεφο ανησυχίας χρωματίζει τη ματιά του μέσα από τα τζάμια. Βλέπει να τον παρατηρεί ένας αστυνομικός και βιαστικά κάνει σαν καλό παιδί το σταυρό του κοιτώντας το καμπαναριό και μετά το έδαφος.





















Επήγες εις την άκρη του κόσμου, παιδί μου, και δεν εχάθηκες, κ’ εγύρισες.

Και ο Χρηστάκης μας – πέντε ώραις δρόμον επήγε, κ’ έμεινεν εκεί!...

Ε... μόνον οι νεκροί δεν γυρίζουν πίσου!...



Οι πόρτες και τα παράθυρα του ξενοδοχείου «Ερυθραί» στο νεορομαντικό στυλ με τα φθαρμένα γύψινα ανάγλυφα γύρω από τα εξωτερικά τους πλαίσια διατυμπανίζουν παρελθόν, παρόν και την κλασική εποχή της αρχαίας Αθήνας που παριστάνουν. Στο μέτωπό τους χλωμό μερίδιο από το μέλλον του ηττημένου. Επαίτες που δεν τους κοιτά κανείς, γιατί κανείς δεν περνάει από μπροστά τους. Και δε «μιλούν». Άλ­λοι προσπαθούν, αλλά δε λένε πολλά με λόγια.

«Επιτέλους θα βάλω κάτι στο στόμα μου. Όχι μόνο που ήρθες, Γιωργάκη, αλλά και που θα τους βάλεις να πιάσουνε το φονιά. Τον ξέρουνε όλοι…. τον έχουνε… αλλά… Γιατί δε θέλουνε να ησυ­χάσει η ψυχή του Χρηστάκη; Και η δικιά μας.»

«Έχει ακλόνητο άλλοθι, μαμά».

Ο Μιχαλάκης μάλλον δεν έπρεπε να πεταχτεί και μάλιστα έτσι ψυχρά.

«Το φτιάξανε στην αστυνομία, αλλά πού να το καταλάβεις!.. Μη μιλάς. Αν περίμενα από σένα δε θα φώναζα το Γιώργο από την άκρη του κόσμου. Δεν είναι δική σου δουλειά».

«Εντάξει, μαμά, ησύχασε όμως. Τώρα κοντά έγινε το κακό, πρέπει να περάσει καιρός για να το χωνέψουμε…»

«Αχ, τα καλύτερα χρόνια περνάνε και μας αφήνουν τις χειρότερες μέρες.”

«Όχι βιαστικές κινήσεις. Θα πάω όμως στο αστυνομικό τμήμα, θα τους το θυμίσω, θα κάνω αίτηση, ό,τι και να γίνει πρέπει να περιμένουμε. Εσείς στο σπίτι, εγώ στο πανεπιστήμιο.»

«Όχι, δε μπορώ. Φέρε μου νερό, Μιχαλάκη… όχι, κάτσε κάτω.»

«Ναι, ας ξεκινήσει ο Γιώργος και μετά μπορούμε κι εμείς…»

«Εσύ Μιχαλάκη, είσαι μικρός για τέτοια κι εγώ μεγάλη. Σε λίγο θα φύγεις φαντάρος και θα μείνω μόνη. Τα ξέρω εγώ. Πάλι κανείς μαζί μου. Όπως όταν έχασα τον πατέρα σας…..»

Η κουβέντα συνεχίστηκε με απρόσμενη ένταση, δεδομένου ότι ο ένας γιος μόλις επέστρεψε από το εξωτερικό και ακόμα κουβέντα για το πώς περνάει εκεί, τι τρώει, τι παρέες κάνει, όλα όσα θα ρωτούσε μια μάνα.

«Και τον είχε για φίλο ο Χρηστάκης. Τον είχε κολλημένο πάντα στο πλάι του. Στις παρε­λάσεις δίπλα-δίπλα. Μόλις χρειαζόταν ένα σακάκι, ένα παντελόνι, ακόμα και για παπούτσια στον Χρηστάκη ερχότανε.»

«Επειδή έχουνε την ίδια κοψιά, μαμά.»

«Όχι, Μιχαλάκη. Επειδή ο Χρηστάκης μου πάντα έδινε. Σε όλους. Αυτός ήταν ο πατέρας σας, αυτός κράτησε το σπίτι, από το πρωί μέχρι το βράδυ δούλευε για να τρώτε...»

«Τον βοήθησε και ο ….»

«Μην τυχόν και πεις τ’ όνομα του έξ’ από δω.»

«Λέω αυτός έδωσε τη δουλειά στον Χρηστάκη. Τη δική του δουλειά.»

«Ναι, για να τον έχει πρόχειρο. Τι δουλειά ήτανε; Πήγαιν’ έλα. Για να μπορεί να τον παρα­φυλάει κάπου και να τον στείλει στον άλλο κόσμο. Για να μην τον δει κανείς. Ήξερε τις διαδρομές από πρώτο χέρι. Αυτός τα ετοίμασε. Κι αν δεν τον πιάσει η αστυνομία θα τον πιάσω εγώ και θα τον κρεμάσω από το ψηλότερο δέντρο να το δει ο κόσμος όλος. Αν δε βρεθεί κάνας άλλος να μου κάνει αυτή τη χάρη. Τέτοιο κάθαρμα είναι. Δεν έχει πουθενά φίλους αυτός. Όλους τους γέλασε. Τον Χρη­στάκη τον σκότωσε. Μόνο οι αστυνομικοί τον καλύπτουνε και δεν ξέρω ’γω ποιοι άλλοι. Γιατί, Θε μου;»

Σταυροκοπιέται, πιάνει ένα κομμάτι ψωμί και το βουτάει στη δύστυχη σαλάτα που είχαν στο τραπέζι.

«Τι ’ναι αυτό; Πλύμα για χοίρους είναι. Ούτε λάδι έχει. Και θέλουνε να τους δώσουμε και λεφτά.»

Ο Γιώργος Μιχαηλίδης δε δείχνει να βρίσκεται στην καλύτερη θέση της ζωής του. Μηχανικά διορθώνει τη θέση σ’ ένα τασάκι. Κανείς δεν ξέρει ποια είναι η σωστή.

«Μητέρα, ξεκινάς κάτι βιαστικά και….»

«Ναι, πες το… πες το πάλι. Ξεκινάω κάτι και θα τ’ αφήσω στη μέση κι αυτό; Πες το.»

«Δεν ήθελα….»

«Θυμάσαι, Γιώργο, εκείνο το ξαφνικό βάψιμο του σπιτιού; Μας έφαγε όλο το σαββατοκύ­ριακο… κι εσύ μαμά, έβαλες μόνο την πρώτη και την τελευταία πινελιά.»

Συνηθισμένη σε τέτοια πειράγματα η κυρία Μαρία έκανε σαν να μην άκουσε.

«Δεν αφήνω τίποτα στη μέση, Γιωργάκη. Κάνω την αρχή για να μπορείτε να συνεχίσετε εσείς. Για να σας βοηθάω. Τίποτα αν δεν περάσει απ’ τα χέρια μου δε θα γίνει ποτέ. Ξέρω. Και δε βάζω εσένα γιατί έχω αδυναμία στο μικρό. Μη σε πιάνουνε ζήλιες. Εσύ μπορείς, γι’ αυτό σε κου­βάλησα. Πες τι θα κάνεις. Από σήμερα ξεκινάς.»

«Εσένα αγαπάει πιο πολύ, Γιώργο και θέλει να παρατήσεις τις σπουδές για να σ’ έχει κοντά της.»

Μόνο ο Μιχαλάκης κατάφερε να γελάσει με αυτό που είπε και θεώρησε αστείο. Η μητέρα του και ο αδελφός του τον κάρφωσαν με τα μάτια. Ο Μιχαηλίδης του επιστρέφει κάτι μην τυχόν και αλλάξει θέμα η συζήτηση.

«Όχι, θέλει να είμαι εδώ για να σε προστατεύω.»

Ο Μιχαλάκης ανταποκρίνεται. Νομίζει πως βρήκε ευκαιρία σώσει τη θέση του και όπως συ­νήθως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις τα κάνει χειρότερα:

«Θέλει να σε σώσει μη μπλέξεις με τους αριστερούς στο πανεπιστήμιο.»

Κατάλαβε και δεν έκανε πως γελάει μ’ αυτό.

Η μητέρα ξεκουράστηκε και σταματάει το διάλειμμα.

«Θα τα καταφέρεις, Γιώργο. Είμαι σίγουρη. Θα τον στείλεις στο απόσπασμα. Όλα τα κατα­φέρνεις εσύ. Θες δε θες. Του αξίζει. Ο κακομοίρης ο Χρηστάκης δεν ήξερε ότι βοηθούσε μια ζωή το φονιά του, αυτόν που θα του έπαιρνε τη ζωή. Σειρά μας τώρα.»

Ο Τζαμάνης, το «κάθαρμα» της Μαρίας Μιχαηλίδου, ήταν ο συμμαθητής του Χρηστάκη που βρήκε από ποιον θα αντιγράφει στις εξετάσεις ώστε να τελειώσει το σχολείο «αναίμακτα» χωρίς να μένει μετεξεταστέος ή «στον τόπο», να χάνει χρονιές. Και τελείωσε το σχολείο εύκολα χωρίς να χρειάζεται διάβασμα. Τον αντέγραφε ακόμα και στο ντύσιμο. Του δάνειζε ρούχα που ζήλευε. Η οικο­γένεια Μιχαηλίδη με πατέρα οδηγό φορτηγού είχε άνεση να ζει καλύτερα. Κάποτε του υποσχέθηκε ότι θα του ανταποδώσει τα χρωστούμενα: «Θα με αντιγράψεις κι εσύ μια μέρα». Ο Χρηστάκης τότε γέλασε, το βρήκε ευχάριστο. Δεν ήταν σίγουρο όμως.

«Πού να ’ξερε σε τι κακό θα του έβγαινε αυτή η κατάρα, Θε μου.»

Πάνω στο επακόλουθο αναγκαστικό σταυροκόπημα:

«Τελευταία είχε αλλάξει λουκ ο… τέτοιος, μαμά.»

Παραλίγο να πει το ακατάλληλο όνομα ο Μιχαλάκης, σίγουρος για το «λουκ» ότι από τη μέρα που το έμαθε ο ίδιος, ότι όλος ο κόσμος ήξερε τι σημαίνει.

«Δεν ξέρω σ’ αυτό, αλλά στα ρούχα, από την ώρα που πιάστηκε το κάθαρμα και τα κονόμη­σε άλλαξε. Φόραγε τα πέτσινα κι έκανε τον Αμερικάνο. Όταν ήρθε στο σπίτι, εγώ εξηγούσα στον Χρη­στάκη ότι δε θα του βγει σε καλό που τον είδα στον ύπνο μου να μετράει λεφτά.»

Όταν ο Τζαμάνης μπήκε στο σπίτι τους και πρότεινε στον Χρηστάκη τη δουλειά που μέχρι εκείνη τη μέρα έκανε ο ίδιος, η Μαρία Μιχαηλίδου δεν το είδε με καλό μάτι. Δεν τον είχε συμπαθή­σει ποτέ της άλλωστε, ως συνέχεια της αντιπάθειάς της στον πατέρα και τη μάνα του.



«Κάτι πήγα να πω, τι δουλειά είναι αυτή; Να γυρνάει και να μοιράζει τρόφιμα στους ανή­μπορους; Και ποιος τον πληρώνει; Κι αν του τα κλέψουνε στο δρόμο σε ποιον θα δώσει λόγο;»

«Ελεγκτής των προμηθειών ήτανε, μαμά. Μετέφερε τις εντολές για τις ποσότητες που δι­καιούται κάθε μέρος…»

«Ξέρω…. Αλλά όταν άνοιξα το στόμα μου, φοβήθηκε ότι θα έλεγα στον Χρηστάκη να μην πάει. Τα μάτια του κοκκινίσανε, γεμίσανε αίμα, δεν ξέρω πού το βρήκε, γιατί αυτουνού στις φλέβες μόνο οινόπνευμα κυκλοφοράει και δηλητήριο. Το φτύνει σε όποιον του πηγαίνει κόντρα στις κομπί­νες. Αλλουνού το αίμα ήτανε. Τώρα του Χρηστάκη μου!...»

«Μητέρα, ηρέμησε, μη σκέφτεσαι μόνο αυτά».

«Κρέας πάρε, Γιωργάκη. Κρέας. Μισή μερίδα έγινες εκεί στην Αγγλία…»

Ο Μιχαλάκης στην τσίτα:

«Σκοτία, μητέρα, Σκοτία».

«Μιχαλάκη, δε δίνω εγώ εξετάσεις. Ο Γιώργος σπουδάζει… να δούμε μέχρι πότε.»

«Και θα με διώξουν αν συνεχίσω τις απουσίες, μάνα», βρήκα ευκαιρία να θέσω το θέμα μου, αλλά…»

«Τίποτα πάνω από το ιερό. Τίποτα πάνω από τη μνήμη του αδερφού σου. Δε μπορώ Σε λίγο θα πετάγομαι στον ύπνο μου με φίδια στο μαξιλάρι. Άμα ο αδερφός σου δε λιώνει και στριφογυρ­νάει στο μνήμα να δω τι θα κάνεις τα πτυχία σου. Άμα σου πλήρωνα εγώ θα έβλεπες. Αυτοί του ιδρύματος δε νοιάζονται να είναι εντάξει ο τύπος που σπουδάζουνε. Μας ξέχασες εμάς. Οικογένειά σου τώρα αυτοί;»

«Εντάξει, μάνα, δε λέω να φύγω, τώρα…»

«Πού να τρέχεις τώρα, κάνει και κρύο στη Σκοτία, την Αγγλία της μαμάς.»

Γελάει μόνος του ο Μιχαλάκης, αλλά στην κουβέντα δεν κατάφερε ακόμα να μπει.

«Κάτι θα γίνει, μητέρα.»

«Άντε να γίνει. Το ξέρω, θα γίνει. Σήμερα πια μπορεί να πάει κάτω μια μπουκιά».

Ο Μιχάλης κάνει άλλη μια προσπάθεια να μπει στην πνευματική διεργασία των μεγάλων, σα να καθόταν στην ουρά του για καβγά:

«Μεγάλη μπουκιά κι αυτή η κουβέντα σου, μάνα».

Η Μιχαηλίδου έχασε μια καλή στιγμή και ζητά βοήθεια από τον μεγαλύτερο:

«Πες κάτι, αλλιώς δε θα σταματήσει ο Μιχαλάκης τις εξυπνάδες.»

Τη χάρη αυτή προλαβαίνει και την κάνει άλλος: φωνές που δυναμώνουν έρχονται από τη μεριά του κέντρου της πόλης διακόπτουν τη συζήτηση. Μια ντουντούκα ομάδας φοιτητών που μετά από διαδήλωση περνούν έξω από το ξενοδοχείο και σκορπούν στον αέρα ένα σύνθημα για τα οικο­νομικά συστήματα που υποστήριζαν οι δυο αντιμαχόμενοι κόσμοι της Ελλάδας και αντίστοιχα οι δυο κοινωνικές τάξεις που συγκρούονταν, η μια με το σώμα της η άλλη με μισθοφόρους. Ένας με σπρέι αφήνει μια κόκκινη «πινελιά» στη τζαμαρία.

Η κυρία Μαρία μετά από το αναμενόμενο βρισίδι της για τους «κομμουνιστές που χαλάνε τον κόσμο», αφού πρώτα σιγουρεύτηκε έφυγαν οι ενοχλητικοί φοιτητές που τους πήραν στο κυνήγι άλλοι, άλλης ομάδας, ξεκίνησε να επαναφέρει την κουβέντα εκεί που ήθελε από την αρχή, από μέρες, από μήνες, από τον θάνατο του γιου της:

«Μας βολοδέρνουν κι αυτοί. Ούτε να μιλήσουμε δε μπορούμε εδώ στην Αθήνα».

«Να πάμε στο χωριό μας, μαμά, να μπορούμε να τα λέμε;».

Πράγματι ο Μιχαλάκης πήγαινε από την αρχή γυρεύοντας. Από τότε που έμαθε να μιλάει.

«Στο Γουτούπι, όσο και να ψάξεις, μόνο πατάτες και καρπούζια θα βρεις χωμένα και κλειδω­μένα σε αποθήκες. Εμείς θέλουμε ν’ ανοίξουμε συρτάρια, να τους αναγκάσουμε να τ’ ανοίξουν να βγει η υπόθεση έξω. Και δε μου λέτε, γιατί οι Αθηναίοι αστυνομικοί δεν ψάχνουν το δολοφόνο του αδελφού σας; Από κει ξεκινάμε. Γιατί;»

«Όχι Αθηναίοι, Μάνδρα», διορθώνει, όπως πάντα ο Μιχαλάκης.

«Χειρότεροι αυτοί. Να μου το θυμηθείς.



Ένα ακουστικό σταθερού τηλεφώνου ταλαιπωρείται από τις φωνές και τα σάλια αγριεμένου που μιλά και ζει τα λόγια του σε όμορφο για κείνον όνειρο.

«Τα κινητά να τα ξεχάσεις από τώρα. Να πας να του πεις ότι τώρα εμείς χτυπάμε πρώτοι. Θα τους διαλύσουμε ώσπου να κλάσουνε. Κι άμα τα όργανα δούνε ότι δεν τα καταφέρνουμε…» -γελάει- «…παραδίδουμε και μαθήματα στις αρχές».

Κοιτά μέσα από το παράθυρο απέναντί του που είναι βορινό. Μπροστά του μεγάλα χωράφια, κοίτες παραιτημένων χειμάρρων, καμένα αυτοκίνητα, αγροτικά φορτηγά εν κινήσει και μια θολούρα στον αέρα από υγρασία, κάτω από σύννεφα που ούτε να διαλυθούν λένε, ούτε να ενωθούν. Δεν φυσάνε άνεμοι γιατί δεν κουνιούνται φύλλα στους θάμνους. Δέντρα δεν φαίνονται. Το τοπίο θυμίζει πεδίο βολής. Από μακριά κάθε τόσο ακούγονται βροντές, πυροβολισμοί από κυνηγετικές καραμπίνες, αλλά και άλλων όπλων. Αυτή είναι η θέα από το μόνο ανοιχτό βορινό παράθυρο του πρώτου ορόφου. Τα άλλα δύο έχουν κλειστά παντζούρια. Στο δεύτερο όροφο βορινά είναι τρία παράθυρα μικρότερα με κάγκελα. Είναι το αστυνομικό τμήμα Μάνδρας Αττικής και μια τηλεφωνική του συσκευή.

«Όταν βλέπετε τα πράγματα να πηγαίνουν κάπου φροντίστε να λείπετε από κει κοντά. Αυτό να τους πεις. Όλα θα γίνουν χωρίς αυτούς που τώρα τους έπιασε να νοιάζονται.»

Ο Κωνσταντίνος Σύρμας παλεύει με το ακουστικό του σταθερού τηλεφώνου παλαιάς εποχής Intracom-ΟΤΕ από την Ανατολική Γερμανία. Το ακουστικό δε μπορεί ν’ αμυνθεί στις αλλεπάλληλες λαβές που δέχεται από τον εκνευρισμένο πελάτη του που δείχνει έτοιμος να το φυτέψει στο γρα­φείο.

«Και οι αστυνομικοί θα κάνουνε ό,τι πρέπει, αλλά μετά. Ακούς; Με-τά. Τίποτ’ άλλο. Εμείς θα τους τα λέμε;»

Κλείνει το τηλέφωνο και θυμάται κάτι και διορθώνει:

«Οι μπάτσοι».



Το ξενοδοχείο «Ερυθραί» αδιαφορεί για τις πρόσφατες εξελίξεις. Δεν ξέρει ότι σε λίγες μέρες θα έχει καεί ολοσχερώς.

Για την ώρα καίγεται ο Γιώργος Μιχαηλίδης και προσπαθεί να στρέψει τη συζήτηση με τη μητέρα του αλλού από την αδιέξοδη εκκίνηση δράσης για επανεξέταση της υπόθεσης του θανάτου ενός διανομέα τροφίμων ανθρωπιστικής βοήθειας, του αδελφού του. Ξέρει ή καλύτερα νομίζει, ότι το θέμα αυτό δεν ενδιαφέρει κανέναν άλλο παρά μόνο τη μητέρα του. Σηκώνει το ποτήρι του με το λευκό κρασί και κάνει μια λογοτεχνική πρόποση:

«Μόλις ήρθα αισθάνθηκα, όπως έγραφε ο Βιζυηνός, “Τόσον ολίγους που τους αφήκα τους εδικούς μου, τους εύρισκον ολιγωτέρους”.»

«Να διαβάζεις λιγότερο, Γιωργάκη, μη σου τύχουνε κι εσένα. Δε σε κούρασε το ταξίδι; Στην υγειά σας, αγόρια μου. Εσείς που μου μείνατε.»

Ο Μιχαλάκης βρήκε τη στιγμή να θυμίσει ότι δεν θεωρείται ακόμα χρήσιμος:

«Υγεία και μη σε νοιάζει μαμά, αν δε θέλει ο Γιώργος, θα τρέξω εγώ».

«Εσύ ’σαι μικρός για τέτοια».

Όπως όλοι οι μικροί που θέλουν να πιάσουν κι αυτοί ένα στασίδι στην εκκλησία, δεν αντέχει και σηκώνεται από το τραπέζι, κίνηση που μια μητέρα εποχής δεν επιτρέπει:

«Κάτσε κάτω. Σ’ έπιασε πάλι; Να τρέχεις χωρίς λόγο για να μη μ’ ακούς;».

«Να σου φέρω το νερό, μαμά. Αν περιμέναμε από αυτούς!...»

«Θέλανε και αύξηση τρομάρα τους. Γι’ αυτό είμαστε σε τέτοια χάλια όλοι τώρα. Θέλουνε και δικαιώματα. Άμα βγούνε αυτοί οι τρομοκράτες …… Καλά κάνουνε και τους σκοτώνουνε στο ξύλο. Μετανάστες…. Θα μας φάνε… Αυτοί θα τους …. Η δημοκρατία τους. Θα την πληρώνουμε…… Στα χω­ράφια…..»

Μετά από λίγο ξεκαθαρίστηκε γι’ άλλη μια φορά ότι δε συνέφερε να αναθέσουν σε δικη­γόρο την υπόθεση και μόνο αυτή η επιλογή θα ήταν καταδικαστική εναντίον τους. Ν’ απευθυνθούν σε ΜΜΕ δεν ήταν εποχή τώρα εν μέσω εμφυλίου και μέσων που λειτουργούσαν από συνήθεια χωρίς να πληρώνουν χωρίς να εισπράττουν τίποτα, χωρίς να νοιάζονται ποιος παρακολουθεί την ενημέρω­ση που προσφέρουν. Οι δημοσιογράφοι κάνουν πως δουλεύουν επειδή κάποιοι κάνουν πως τους παρακολουθούν και κάποιοι πως τους πληρώνουν.

«Ο Χρηστάκης μου ήταν με την δημοκρατική παράταξη και δεν τον σκότωσε για τα πολιτικά ο εξ’ από δω. Δεν ήταν κομμουνιστής…»

«…ριζοσπάστης αριστερός, μαμά… οι κομμουνιστές ήταν κάποτε….»

« Τον πατέρα σας θα τον τρώγανε οι αντάρτες εκτός αν έβγαινε στο βουνό κι αυτός. Τότε όμως θα τον έτρωγα οι χωροφυλάκοι. Γλύτωσε γιατί δεν είχε πάει ποτέ με κανέναν. Αλλά μου τον πήρε το ζάχαρο. Γιώργο, έκανες την εξέταση;»

«Ούτε εγώ την έκανα, μαμά», βγαίνει παραπονούμενος στην αναφορά ο Μιχάλης που τον αγνόησε η μάνα μας.

«Εσύ είσαι μικρός ακόμα. Το ζάχαρο σε νοιάζει;»

«Ζαχαροδιαβήτης, μαμά.»

Αργά η γρήγορα η κουβέντα θα έφτανε πάλι στο γνωστό θέμα και στα γνωστά πρόσωπα.

«Το κάθαρμα πρέπει να το πιάσει κανείς… αλλά κανείς δε θα το πιάσει. Κάποιος θα του το πληρώσει κι αυτουνού και θα πάρει πίσω τη ζωή του Χρήστου μου με τη δική του. Και να έχω πε­θάνει και να μην το μάθω ποτέ, όποιος και να ’ναι που θα κάνει το ψυχικό και τη μισή μου ζωή να έχει πάρει, θα του εύχομαι μέχρι να πεθάνω να χαρεί την άλλη μισή μου. Αχ, το παιδί μου να ήταν εδώ να σου μίλαγε, Γιώργο, να σου πει να τρέξεις, αλλά μου το είπε εμένα. Τον είδα καβάλα σε άσπρο άλογο που έγινε δυο μέτρα λάκκος και άσπρα χρυσάνθεμα από την αυλή της εκκλησίας, που είχε κλέψει για μένα και τον κυνηγούσε ο επίτροπος ως τα είκοσί του όπου τον έβλεπε του το θύμι­ζε.»

Ο Μιχαηλίδης δεν αντέχει τέτοιους μονόλογους και μάλιστα σε επανάληψη. Συν τοις άλλοις του φέρνουν στο μυαλό ότι κινδυνεύει να μην ξεμπερδεύει γρήγορα. Τον προδίδει το αριστερό του χέρι που με τον αγκώνα στο τραπέζι δεν κρατάει πια το κεφάλι, αλλά τραβά πολλές φορές, συνεχώς το λοβό του αριστερού του αυτιού. Ο μονόλογος δεν σταματά:

«Θα τον πιάσουνε, είμαι σίγουρη, θα τον πιάσουνε, ζωντανό ή νεκρό. Δε μπορώ χωρίς τον Χρηστάκη, αλλά ας πληρώσει το κάθαρμα και… Φέρε μου άλλο νερό.»

Ο Μιχαλάκης σηκώνεται βιαστικά να υπακούσει αν και ξέρει ότι τσάμπα θα το κάνει. Μέχρι να γυρίσει με την κανάτα στο χέρι η μητέρα του θα έχει πια ξεχάσει ότι κάτι ζήτησε.

«Μάνα, θέλω όσο τίποτα να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους, αλλά αν ενοχλούμε την αστυνομία, μάλλον χειροτερεύουμε την κατάσταση. Ίσως αν περιμέναμε…»

«Εγώ θα μείνω εδώ. Δε θα κοιμηθώ ποτέ αν δεν μάθω εγώ κι ο κόσμος όλος ότι αυτός που σκότωσε το παιδί μου είναι το κάθαρμα. Ούτε εσύ θα ησυχάσεις ποτέ».

Από εκείνη τη στιγμή δε θα σταμάταγε να λέει για τον Τζαμάνη τα ίδια και τα ίδια. Όσα σέρ­νει η σκούπα, αλλά τα σηκώνει ο άνεμος και τα ξανασκορπίζει στην αυλή. Κι άντε πάλι να τα σέρνει η σκούπα για τον άνεμο και ο άνεμος για την σκούπα. Σε λίγο ο Μιχαηλίδης θα είναι έτοιμος να πι­στέψει ότι ο ίδιος σκότωσε τον αδελφό του και αν ήταν να πάει στην αστυνομία θα το έκανε για να παραδοθεί. Η μητέρα του εν τω μεταξύ είχε ξεθάψει τον αδελφό τους.

Ο Μιχαλάκης επιστρέφει με την κανάτα στο χέρι γεμάτη νερό απ’ όπου μόνο αυτός ήπιε από αμηχανία που ήταν εκτός παιχνιδιού. Ο Γιώργος είπε να γράψει έναν επίλογο:

«Από τις αρχές δεν έχουμε να περιμένουμε τίποτα θετικό. Τώρα όμως πέρασε ο καιρός που χρειάζονται για την γραφειοκρατία. Ωρίμασε η υπόθεση…»

«Και θα πέσει μόνη της από το δέντρο; Τόσο καιρό είμαστε χωμένοι στο σπίτι τι έγινε; Ε; Τι κάνανε; Στο λέω, το προστατεύουνε αυτό το απόβρασμα της κοινωνίας. Εδώ θα γίνουνε όλα. Μετά πας και σπουδάζεις ό,τι θες. Δε θα χαλάσει το πανεπιστήμιο άμα χάσεις μια χρονιά.»

«Μητέρα δεν είναι έτσι τα πράγματα. Δεν πάει με χρονιές, πάει με εργασίες.»

«Τι λες τώρα;»

«Λέω, τέτοια υποτροφία σαν τη δικιά μου δε μπορεί να βρει εύκολα κανείς, μάνα. Μπορεί να την χάσει όμως.»

«Τον αδερφό σου έχασες και….»

«…και πονάω όπως κι εσύ. Δε μπορούμε όμως. Με τι λεφτά θα μείνουμε σε ξενοδοχείο; Δεν ξέρω και πόσο καιρό. Οι κρατικές υπηρεσίες είναι αργές. Μπορεί να τραβιόμαστε μήνες.»

«Όλη μας τη ζωή θα τραβιόμαστε άμα δεν κρεμάσω το καθίκι. Όλα μας τα κτήματα θα που­λήσω και το σπίτι και τα δαχτυλίδια μου, όλα. Δε μου φτάνανε να σε σπουδάσω στην Αγγλία…. Το ξέρω Μιχαλάκη, στη Σκοτία… Αλλά φτάνουνε για να μείνω εδώ και να τους βάλουμε να πιάσουν αυτό το κτήνος που κανείς δεν είδε, κανείς δεν άκουσε. Πού στο διάολο είναι τώρα, Μιχαλάκη;»

«Κρύβεται. Αν είναι ζωντανός ή ελεύθερος.»

Ο Μιχαηλίδης βάζει μπροστά το εφικτό, δηλαδή μην κάνουμε τίποτα:

«Δεν είναι οι ώρες κατάλληλες να εκτεθούμε στις αρχές. Και δε θα φέρουμε τον Χρήστο πίσω.»

«Θα επιτρέψουμε όμως στην ψυχή του να ηρεμήσει.»

Ο Μιχαλάκης, ως νεαρότερος έχει πρόχειρη τη συνωμοτική σκέψη:

«Αλλά αν η αστυνομία μάθει ότι ψάχνουμε υπόθεσή της θα μας στείλει κλιμάκιο.»

«Μπα; Υπόθεσή της είναι ο …. Έννοια σου, έχουν άλλα ν’ ασχολούνται, όχι μ’ εμάς».

Ο Μιχαηλίδης αρπάζει μια ευκαιρία σαν ατάκα σε αμφιθέατρο:

«Αυτό σου λέω, μητέρα. Δεν θ’ ασχοληθούν μ’ εμάς τέτοιες μέρες.»

«Με το Χρήστο μας θ’ ασχοληθούν, όχι μ’ εμάς. Εδώ είναι το υπουργείο, θα τους βάλει χέρι... Άμα βρούμε έναν σοβαρό υπάλληλο, θα τους τυλίξει σε μια κόλλα….»

«Ή θα μας στείλει στο τμήμα που κρατάει την υπόθεση του Χρήστου σε δικό του συρτάρι». Και είναι και μακριά από δω. Πώς θα πηγαινοερχόμαστε, μητέρα;»

Ευτυχώς δεν χρειάστηκε να υπομείνει την αναμενόμενη απάντηση της μητέρας του. Προλα­βαίνει και μπαίνει στη μέση ένα κοριτσάκι που της ζητάει ν’ αγοράσει χαρτομάντιλα, για να πάρει κάτι να φάει. Η κυρία Μαρία προλαβαίνει και του χώνει ένα χαρτονόμισμα στο μπλουζάκι. Φτάνει έξαλλος ο σωματώδης υπέρβαρος ρεσεψιονίστας που μόνος δε μπορεί να ελέγξει την κίνηση σε ολόκληρο ξενοδοχείο, σβερκώνει το κοριτσάκι και ζητώντας συγνώμη από την οικογένεια Μιχαηλίδη το πετάει έξω.

Η Μαρία Μιχαηλίδου λυπάται που και πατριωτάκια τους κάνουν αυτή τη δουλειά.

Ο Γιώργος εξηγεί ότι κατά πάσα πιθανότητα το κοριτσάκι αυτό είναι νοικιασμένο από κάποιον που προστατεύει και παραφυλά στη γωνία, ότι δε θα ξαναδεί τους γονείς του, δεν έχει καλό μέλλον, ότι στην καλύτερη περίπτωση θα γίνει χορεύτρια ξεκινώντας την καριέρα της στην πορνεία.

Ο Μιχαλάκης δειλά αφηγείται ένα παρόμοιο περιστατικό που άκουσε, όπου αποδείχθηκε ότι το κοριτσάκι ήταν άνθρωπος του καθεστώτος και το έστειλαν για να κλέψει λόγια μιας παρέας αντιφρονούντων. Η μητέρα τους δεν δίνει σημασία, ο αδελφός του τον χλευάζει. Τι να κάνει ο Μιχα­λάκης, χειροτερεύει γι άλλη μια φορά την εικόνα του κάνοντας τη θεωρία του που κρύβεται πίσω από την ιστορία λιγότερο πιστευτή. Απλώνει στο τραπέζι άλλη ιστορία όπου το σύστημα εξετάζει ως στασιαστές αυτούς που ερευνούν ανεξιχνίαστες δολοφονίες συγγενών, φίλων, συναδέλφων. Και συ­νεχίζει για όσους δεν κατάλαβαν ότι δεν έχει να προσφέρει τίποτα στον προβληματισμό των μελών της οικογένειάς του και κανενός άλλου:

«Υπάρχουν και ακτιβιστές που το κάνουν, αλλά αν απευθυνθείς σ’ αυτούς την άλλη μέρα εί­σαι φυλακή.»

Μετά από λίγο βλέπουν από το τζάμι το κοριτσάκι να δίνει το χαρτονόμισμα σ΄ έναν αρκετά μεγαλύτερο, αλλά νεαρό, που την περίμενε πίσω από παρατημένο φορτηγάκι. Η Μιχαηλίδου βυθίζε­ται ξανά στα δικά της για να ξεφύγει από τη νέα στενοχώρια:

«Θέλω αυτό το κάθαρμα που μου πήρε τον Χρηστάκη μου, το θέλω τώρα μπροστά μου.»

Δεν προσέχουν ότι από το τζάμι περνούν προς την είσοδο μια σχεδόν γηραιά κυρία με βυσ­σινί κουρασμένο ταγιέρ σέρνοντας έναν κακοντυμένο άνδρα προχωρημένης νεότητας. Ο ρεσεψιονί­στας τους βλέπει στην είσοδο και σηκώνει ανήσυχα το κεφάλι και παραξενεύεται.

«Παρακαλώ, παρακαλώ, ποιον θέλετε;»

Μόνο που δεν τους έσπρωξε για να προλάβει να κλείσει με μια λοξή ματιά του την πόρτα του εστιατορίου. Έτσι μειώνει τις πιθανότητες πλιάτσικου από πεινασμένους που εισβάλουν στο ξε­νοδοχείο.



Αν το εστιατόριο του ξενοδοχείου ήταν γεμάτο θα είχε προκληθεί αναστάτωση ότι κάπου εκεί κοντά έσκασε βόμβα. Όμως μια παρέα και δυο μοναχικοί πελάτες σε άλλα τραπέζια δεν είναι κατάλληλο περιβάλλον για διάδοση φήμης:

«Κυρά-Μιχαηλίδη... Γεια και χαρά σου», ακούγεται δυνατά μια βαριά γυναικεία φωνή, η βόμβα.

Ο Μιχαηλίδης βλέπει την κυρία με το βυσσινί κουρασμένο ταγιέρ ακαθόριστης τρίτης ηλικίας να γυρίζει προς τη ρεσεψιόν:

«Ευχαριστώ, καλέ κύριε, τους βρήκα».

Γυρνά στον ακόλουθό της:

«Αυτοί δεν είναι; Έλα κι εσύ, περπάτα.»

Και πλησιάζει τραβώντας πίσω της έναν κατά πάσα πιθανότητα τριαντάρη μετρίου αναστή­ματος που πάχυνε πρόσφατα, όπως μαρτυρούν το στενό πουκάμισο και το στενό παντελόνι που μετά βίας φορά. Έχει παράξενα σκυμμένους τους ώμους του και ψηλά το κεφάλι, όχι όμως περήφα­να, αλλά απολογητικά σαν παιδάκι που έκανε σκανταλιά και ψάχνει απελπισμένα να δει τη συγχώρε­ση στα μάτια των μεγαλύτερων. Φτάνοντας στο τραπέζι αποκαλύπτει ένα απελπιστικά πρόσωπο της μονοδιάστατο, βγαλμένο από τη Γερνίκα του Πικάσο. Η κυρά-Γαλάτεια με το βυσσινί ταγιέρ λύνει το μαντήλι από το κεφάλι και το περνά στο λαιμό της.

Ο τριαντάρης πηγαινοέρχεται καρφωμένος σε μισό τετραγωνικό μέτρο σαν να σκάει για κα­τούρημα μετρώντας με τα μάτια τα πλακάκια στο πάτωμα. Ο Μιχαηλίδης τον βρίσκει τυλιγμένο σε ρούχα που δεν ταιριάζουν ούτε στο χώρο, ούτε στο σώμα. Ακόμα πιο αταίριαστη βιτρίνα, ένα παιδι­κό ταλαιπωρημένο πρόσωπο, που πυκνά κατάμαυρα γένια το γδέρνουν σίγουρά εδώ και τουλάχι­στον μια βδομάδα και όχι μόνο την τελευταία.

Η Μαρία Μιχαηλίδη έκπληκτη δείχνει να χαίρεται, σηκώνεται και μένει ακίνητη.

«Γαβρήλο, παιδί μου, εσύ είσαι; Πού χάθηκες; Μας λαχτάρισες. Μιχαλάκη, φέρε καρέκλες. Τρέχα. Έλα κοντά να σε δω, Γαβρήλο μου.»

Ο Μιχαλάκης πετάγεται, δίνει με το ζόρι χειραψία στον επισκέπτη τραβώντας του το χέρι σχεδόν από το πάτωμα δίπλα στη ματιά του.

«Πού ’σαι, ρε Γαβρήλο κι έλεγα σε πήρανε φαντάρο; Δυο μερόνυχτα με είχε η μάνα μου να τρέχω να σε ψάχνω στα χωράφια.»

Η κυρά-Γαλάτεια δείχνει έκπληκτη:

«Γιατί στα χωράφια;»

«Από κει που είπε πως μας ήρθε», εξηγεί η Μαρία Μηχαηλίδου.

Ο Γαβρήλος δεν ομιλεί. Κοιτάζει επίμονα τον Μιχαηλίδη.

«Εσύ είσαι ο Γιώργος;»

«Με είχες ακουστά, ε; Κι εγώ το ίδιο.»

Πριν τις αναμενόμενες τυπικές συστάσεις, η κυρά-Γαλάτεια εκπλήσσει:

«Ο Κωνσταντίνος μας είπε ότι χάσατε το μεγάλο σας γιο, συλλυπητήριά μου. Σήμερα δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει. Τον έφαγαν οι κομμουνιστές;»

Η Μιχαηλίδου έχει από καιρό έτοιμη την απάντηση:

«Ξέρω πολύ καλά ποιος.»

Ο Γιώργος προσπαθεί να βρει μια άκρη.

«Συγνώμη, Ποιος είναι ο Κωνσταντίνος, κυρία μου; Εσείς υποθέτω είστε η μητέρα του Γα­βρήλου.»

«Κωνσταντίνος, ο δεύτερος γιος μου, κύριε. Μας είπε πως μένετε εδώ. Συγνώμη, είμαι η Γαλάτεια Σύρμα. Το γιο μου τον Γαβρήλο τον ξέρετε.»

Ο Μιχαλάκης με δυο καρέκλες στα χέρια κατεβάζει ιδέα και ανησυχεί.

«Πολλά ξέρει ο άλλος γιος σας κυρία.»

«Του το είπε ένας οδηγός που περνάει συχνά από το χωριό σας, νομίζω Θανάσης είναι. Ήμασταν έτοιμοι να πάμε να σας βρούμε στο Γουτούπι, ο Θεός μας φύλαξε κι έμαθε ο Κωνσταντίνος ότι Αθήνα μόνο εδώ ερχόσαστε, από την εποχή του ανδρός σας, κυρά μου, Θεός σχωρέσ’ τον κι αυ­τόν.» Κάνει το σταυρό της ακολουθεί η Μαρία Μηχαηλίδου. Ο Γαβρήλος τρίτος, με δυσκολία σα να μπερδεύεται κοιτώντας επίμονα τη μητέρα του, σαν να ήθελε να δει πώς γίνεται. Ο Μιχαηλίδης αδιαφορεί και πιάνει τον αριστερό λοβό του αυτιού του. Ο Μιχαλάκης συλλαμβάνεται από επιτακτι­κό βλέμμα της μητέρας του και σταυροκοπιέται κι αυτός βιαστικά, πάνω-κάτω για να ξεμπερδεύει και αμύνεται με μια ερώτηση:

«Κι αυτό το ήξερε ο άλλος γιος σας;

«Όχι, αυτό μου το είπε ο Γαβρήλος.»

Μέχρι να τοποθετήσει τις καρέκλες ο Μιχαλάκης και να κάτσουν στο τραπέζι οι δύο επι­σκέπτες ο Μιχαηλίδης με το αριστερό χέρι να τραβά συνεχώς το λοβό του αριστερού αυτιού του ζυ­γιάζει με το μάτι μια τον Γαβρήλο μια τη μητέρα του τη Γαλάτεια.

Όλοι καθιστοί πια και μια σιωπή αμηχανίας περιφέρεται από τα πρόσωπα των συνδαιτυ­μόνων στα δάχτυλα του δεξιού χεριού του Μιχαηλίδη που παίζουν επίμονα με το δύστυχο τασάκι που περιποιήθηκε και πριν. Η Γαλάτεια Σύρμα παίρνει πρωτοβουλία να σπάσει τον πάγο:

«Ήρθαμε να σας ευχαριστήσουμε, κυρά Μαρία, σώσατε το γιο μου, ο Θεός να σας το δώσει πίσω.»

«Αχ, το δικό μου γιο δε θα μου τον δώσει πίσω. Αυτόν κανένας δεν τον βοήθησε.»

Η Μιχαη­λίδου που δεν ξαφνιάστηκε με καμία ερώτηση της κυρά-Γαλάτειας νοιώθει ότι επιτέλους επικράτησε το δικό της κλίμα στην ατμόσφαιρα. Η συνομιλήτριά της πιστεύει ότι τα ξέρει όλα, αλλά δε χάνει ευ­καιρία να ρωτάει.

«Συμπαθάτε με, τον ξεκάνανε σε αναμπουμπούλα;

«Όχι. Εγώ ξέρω ποιος, αλλά η αστυνομία….»

Η κυρία με το βυσσινί κουρασμένο ταγιέρ, πετάει τη δεύτερη βόμβα:

«Α, γι’ αυτό μου είπε ο Κωνσταντίνος να σας φέρω σπίτι.»

Για τον Μιχαλάκη δεν έπεσε βόμβα, αλλά τον τσίμπησε σφήκα και βάζει τις φωνές:

«Όπα, όπα, τι γίνεται εδώ κυρία…. Γαλάτεια, είπατε; Συγνώμη που δεν το θυμάμαι, ο Γα­βρήλος όσο έκατσε σπίτι μας ποτέ δεν ανέφερε τίποτα για το σπίτι του.»

«Για να μη με πάτε πίσω.»

Ο τριαντάρης Γαβρήλος μίλησε. Η σκληρή βραχνάδα που κάλυψε τα λόγια του λιμάρισε τ’ αυτιά του Μιχαηλίδη που απορούσε αν το άτομο μιλάει. Η απορία του τον μπερδεύει τι να ρωτήσει πρώτο. Αλήθεια γιατί να μην επέστρεφε στο σπίτι του; Και σε νοσοκομείο να βρισκόταν, αφού συ­νήλθε δεν είχε να κάνει τίποτα άλλο. Δεν ρώτησε όμως γιατί τον πρόλαβε η Μαρία Μιχαηλίδου:

«Μα γιατί, Γαβρήλο να μη γυρίσεις; Μήπως δεν θα σε περιποιόταν η μάνα σου; Μια χαρά γυναίκα δείχνει.»

«Ευχαριστώ. Αλλά μη σας έλεγε πως ότι τον έδιωξα. Από άλλο σπίτι τον έδιωξαν κι από τότε εξαφανίζεται σα να μην πω τώρα.»

«Δεν κατάλαβα, κυρία…. Ποιο άλλο σπίτι»

«Καλά, ασ’ το τώρα αυτό». Η κυρία με το βυσσινί ταγιέρ μαζεύει λόγια που πέταξε.

Ο Μιχαλάκης δεν ξεχνιέται και προλαβαίνει άλλη μια ερώτηση που έτρωγε τον Μιχαηλίδη:

«Γιατί ο άλλος γιος σας θέλει να μας πάτε σπίτι σας;»

«Να σας φιλοξενήσουμε για να κάνετε τη δουλειά σας. Δουλεύει στην αστυνομία, καλέ.»

Οι δυο γιοι της Μαρίας πάγωσαν και αντάλλαξαν ασυναίσθητα διακριτικές ματιές. Ο ένας γιος της κυρίας με το βυσσινί κουρασμένο ταγιέρ πριν από λίγο καιρό βρέθηκε αναίσθητος στην αυλή τους, τον περιποιήθηκε η μητέρα τους κι εκείνος εξαφανίστηκε μυστηριωδώς, εμφανίζεται τώρα με τη μητέρα του που τους ζητά να πάνε σπίτι της γιατί ο άλλος γιος της που ξέρει για το θάνατο του Χρηστάκη και δουλεύει στην αστυνομία έδωσε αυτή την εντολή.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της μέχρι τώρα συζήτησης ο Γαβρήλος αντί να μιλάει ανοιγόκλεινε το στόμα του σα να χασμουριέται ή να μασάει μαύρα βότσαλα, τα σφραγίσματα στα δόντια του. Τα μάτια του αναδύονταν κάθε τόσο από μαύρους λάκκους και τα αντάρτικα μαλλιά του χόρευαν αστα­μάτητα στο πέρασμα της παλάμης του. Εξακολουθεί να μη συμμετέχει στη συζήτηση, όχι όμως σαν ν’ απουσιάζει, γιατί παρακολουθεί και στιγμές-στιγμές κάτι του έρχεται να πει, αλλά το μετανιώνει. Ο Μιχαηλίδης το προσέχει από την πρώτη στιγμή αυτό και προσπαθεί να βοηθήσει τον Γαβρήλο να ανοίξει για δεύτερη φορά το στόμα του.
«Πώς και δεν ήρθες μόνος σου, Γαβρήλο; Ήταν ανάγκη να σε φέρει η μάνα σου; Ένα τηλε­φώνημα ίσως»
Ο Μιχαλάκης παίρνει ατάκα και δείχνει ότι πάλι πηγαίνει γυρεύοντας:
«Ντράπηκε που έφυγε σαν κλέφτης.»
«Όχι», διαμαρτύρεται η Μαρία Μιχαηλίδου. «Δεν πήρε τίποτα, είναι καλό παιδί ο γιος σου, κυρία, Γαλάτεια είπαμε;»
«Ευχαριστώ κυρά-Μαρία. Πού τηλέφωνο, κύριε Γιώργο, τέτοιες μέρες; Ευτυχώς πέρναγε το λεωφορείο…
Κάτι δεν πηγαίνει καλά στο μυαλό του Μιχαηλίδη:
«Λεωφορείο;»
«Ας είναι καλά ο Κωνσταντίνος μου.»
«Ομολογώ δεν καταλαβαίνω. Τι γίνεται, Γαβρήλο;»
Ο Γαβρήλος δε χρειάστηκε ν’ απαντήσει. Τον πρόλαβε η δική του μητέρα και συνεχίζει να τον γλυτώνει από λόγια: «Μόνος του ο Γαβρήλος να κάνει τέτοιο ταξίδι μέχρι εδώ;» Γελάει για λίγο. Σταματά, βγάζει ένα μαντηλάκι από το δεξί μανίκι της και σκουπίζει τα χείλη της.
Ο Μιχαλάκης που εδώ και ώρα κατάλαβε ότι πια του επιτρέπουν να μιλά, ικανοποιημένος που άρχισαν να τον παίρνουν για μεγάλο δε χάνει ευκαιρία να θέσει θέμα:
«Εδώ έφτασε σ’ εμάς κοντά στη Θήβα, εδώ θα ζοριζόταν να φτάσει, κυρά-Γαλάτεια.»
«Τότε μπορούσε. Τώρα….» Διακόπτει και ψάχνει στο ταβάνι να βρει κάτι άλλο να πει στη θέση της συνέχειας της φράσης που έκοψε μαχαίρι. Από τη δύσκολη θέση τη βγάζει ο Γαβρήλος, τουλάχιστον όσο μπόρεσε τραβώντας την προσοχή πάνω του σκορπώντας με τη φωνή του κι άλλα ερωτηματικά στο τραπέζι.
«Εγώ…. Ευχαριστώ κυρά-Μαρία…. Αν ήξερα δε θα ήταν έτσι…. Αλλά τώρα τι να κάνω;»
«Μα τι λες;»
Ο Μιχαηλίδης δείχνει κρυμμένος μέσα σε πυκνά σύννεφα που κάνουν τα φρύδια του και σμίγουν και να ξεσμίγουν σαν ελατήρια. Η κυρία με το βυσσινί κουρασμένο ταγιέρ αναλαμβάνει τώρα να βγάλει το γιο της έξω από το παιχνίδι:
«Ο δεύτερος γιος μου ο Κωνσταντίνος δουλεύει στο αστυνομικό τμήμα της Μάντρας. Εκεί μένουμε. Μου είπε εκεί κάπου βρήκαν τον… Θεός σχωρέσ’ τον -σταυροκοπήματα- και θα σας βοηθή­σει. Δεν ξέρω τι.»
Ο Μιχαηλίδης είναι έτοιμος να φωνάξει τον ρεσεψιονίστα να τους πετάξει έξω κι αυτήν και το γιο της, αλλά η μητέρα του τον αφοπλίζει:
«Αυτό είναι. Οι προσευχές μου εισακούσθηκαν. Μιχαλάκη τρέχα να μαζέψεις τα πράματά μας και του Γιώργου, φεύγουμε. Πες του αλλουνού να τον πληρώσω. Χίλια ευχαριστώ κυρία Γα­λάτεια. Ο Θεός με άκουσε. Τώρα θα δει το κάθαρμα τι τον περιμένει. Αυτός που έστειλε το γιο μου τον Χρηστάκη στον άλλο κόσμο, κατάρα σ΄ όλο του το σόι».
Μετά από λίγο η Μαρία Μιχαηλίδου πυροβολεί με το πιστόλι του αφέτη δρόμου ταχύτητας:
«Όλοι έτοιμοι; Πάμε; Γιώργο δε θα έρθεις;»
«Έχω να πάω στο υπουργείο.»
«Μπα; Ώστε αποφάσισες να κάνεις αυτά που σου λέω;»
«Ναι, ναι, από κει ξεκινάω. Πηγαίνετε εσείς και βλέπουμε. Θα έρθω να σας βρω αύριο.»
«Με τα πόδια;» Ο Μιχαλάκης γελάει μετά φόβου και πίστεως ότι ο αδελφός του είναι ικα­νός και γι’ αυτό. Τραβάει τις βαλίτσες και ακολουθεί Γαλάτεια, μητέρα του και Γαβρήλο για κοντινή στάση του λεωφορείου της Μάνδρας που παραδόξως κυκλοφορεί αυτή τη μέρα. Όχι όμως από την επόμενη.

Σπάνιο, ίσως πρωτοφανές για τις μέχρι τότε συνήθειές του: για δεύτερη φορά μέσα σε μια μέρα πήρε τηλέφωνο με το κινητό του που έκανε πολλή ώρα να πιάσει γραμμή. Το έκρυψε πάλι στην τσάντα του σίγουρος ότι το εναπομείναν σόι του είχε φτάσει σ ένα σπίτι κάπου στη Μάνδρα. Ο Μι­χαλάκης δεν ήξερε να του πει περισσότερες λεπτομέρειες.
Η χωρισμένη σε πέντε κομμάτια δυτική τζαμαρία του ξενοδοχείου, όπως μέτρησε από την αρχή, όταν μιλούσε στο τηλέφωνο, ο Μιχαηλίδης, του έδειξε μόλις ότι σχεδόν νύχτωσε. Το επισήμα­νε και βροντή από εκρηκτικά. Είχε ώρα ν’ ακουστεί τόσο κοντά έκρηξη, εκτός αν ήταν πολύ δυνατή. Και τα δύο ενδεχόμενα έκαναν τον Μιχαηλίδη ν’ ανησυχεί περισσότερο χαμένος μέσα στις σκέψεις του. Φοβόταν ότι από ώρα σε ώρα δε θα έχανε ευκαιρία ο συγκάτοικος συμφοιτητής του να του στείλει «πεσκέσι»: «Ο Επιβλέπος ήρθε και σου πέταξε τα πράγματα από το παράθυρο».
Κάθε φορά που έβλεπε τον παχύ ρεσεψιονίστα στο βάθος να κοιτάζει μέσα φοβόταν ότι εκείνον έψαχνε να τον ενημερώσει για το μήνυμα.
Ο καφές του στο τραπεζάκι ήταν σίγουρα μισοάδειος και τίποτα στο μυαλό του δεν ήταν μι­σογεμάτο. Τι απρόσμενη συνάντηση ήταν αυτή το μεσημέρι που του χάλασε τα όποια σχέδια; Αντί να έχει στείλει τη μητέρα και τον αδελφό του στο χωριό τους, το Γουτούπι της Θήβας, τους έχει πα­ρακαταθήκη μια οικογένεια κάπου έξω από τη Μάνδρα Αττικής κοντά φαντάζεται στο αστυνομικό τμήμα που ήταν να επισκεφθεί το πρωί. Και ποιος είναι αυτός ο Κωνσταντίνος Σύρμας που δουλεύει εκεί και λέει ότι θα τους βοηθήσει; Μακάρι, αλλά πάντα απέφευγε τις ευχές για να μην αποφεύγει δράση. Αυτή που είχε σχεδιάσει ο ίδιος όμως. Σε ποιανού τα σχέδια να βρίσκεται; Γιατί αυτός ο Σύρ­μας, όνομα κι αυτό, έστειλε τους δικούς του να πάρουν την οικογένειά του; Γιατί να θέλει να βοηθή­σει; Καλά η κυρία με το βυσσινί ταγιέρ στη ναφθαλίνη, αλλά ο γιος της ο Γαβρήλος; Τι μυστήριο κι αυτό; Τι ρόλο παίζει; Μήπως δεν ξέρει να παίζει; Ή δεν ξέρει τι παίζει; Πώς βρέθηκε σε μαύρο χάλι στην αυλή του σπιτιού τους; Λίγες βδομάδες μετά το θάνατο του Χρηστάκη. Τον είχε παραξενέψει η ιστορία του. Την είχε στείλει ο Μιχαλάκης για να ρωτήσει πού να ψάξει να τον βρει, λες κι εκείνος από το Εδιμβούργο μπορούσε να παρακολουθεί καλύτερα την κατάσταση. Τώρα που τον είδε παρα­ξενεύεται περισσότερο. Γιατί τους έφυγε ξαφνικά; Γιατί επανεμφανίστηκε; Μόνο για να πει ευχαρι­στώ; Θα το πίστευε ευχαρίστως αυτό αν δεν έπαιρναν μαζί τους αυτός κι η μάνα του τη δικιά του μάνα και τ’ αδελφάκι του.
«Όταν σε μια κατάσταση δεν είμαστε σίγουροι για τον εαυτό μας, εσύ δεν σκέφτεσαι να κάνεις κάτι που δε φανταζόσουν ποτέ ότι θα έκανες;»
Η φράση αυτή πέταξε τις σκέψεις του Μιχαηλίδη στο ταβάνι. Δίπλα του, στην άλλη άκρη του καναπέ εδώ και ώρα είχε καθίσει μια νεαρή κοπέλα. Κάπως θυμάται εκείνος την άφιξή της, την είχε αντιληφθεί, αλλά δεν έδωσε σημασία. Τώρα τη βλέπει ίσως όμορφη, πολύ διακριτικά βαμμένη στο πρόσωπο, αλλά με πολύ κόκκινα μαλλιά Βουλγάρας και γκρίζα μάτια της γειτονιάς πάνω από το πετρόλ φουστάνι, όχι τόσο προκλητικό, ούτε τόσο σεμνό ή άσχεμνο. Τα παπούτσια της όμως είχαν ανήθικα πολύ ψηλά τακούνια. Η ματιά της λίγο φτηνή, από έκπτωση ή κι από καλάθι.
«Δεν κατάλαβα, μου είπες…»
«Τόση ώρα κάθομαι δίπλα σου και ούτε μια ματιά δε μου έριξες, Συγνώμη, αλλά ανησύχη­σα μήπως έχεις πένθος και δε μπορείς να κάνεις κάτι πιο εξτρίμ;»
«Εξτρίμ;»
«Ακούς καλά λοιπόν. Λέω, να βγούμε μήπως στην ταράτσα ν’ απολαύσουμε τα πυροτεχνή­ματα. Τι λες;»
«Ξέρεις, δεν είναι τόσο πυροτεχνήματα…»
«Ναι και το Πάσχα αργεί φέτος.»
Της απάντησαν λίγα δευτερόλεπτα αμηχανίας. Όποιος μέχρι τότε δεν είχε προσέξει τον Μι­χαηλίδη να μη μπορεί ν’ απαντήσει σε κάτι, ίσως δεν τον πέτυχε ποτέ με γυναίκα. Όπως πάντα και για όλους σε τέτοια παιχνίδια, όταν ο αντίπαλος πάρει είδηση ότι δεν έχεις σκοπό να τους επιτεθείς σε τελειώνει με γκολ. Η κοπέλα σουτάρει:
«Θα πιω ένα ποτό, θες κι εσύ;»
Εκείνος απόρησε. Όχι αν θέλει να πιει, αυτό αποκλείεται έτσι που είναι, αλλά αυτή είναι αν­δρική ατάκα που απευθύνεται σε γυναίκα. Δεν είχε συνηθίσει το αντίστροφο. Μάλλον δεν είχε συνα­ντήσει ποτέ του κονσοματρίς. Ίσως γι’ αυτό δεν ήταν προετοιμασμένος ν’ απαντήσει εύκολα. Η κο­πέλα ξεκαθαρίζει:
«Δε θέλω να με κεράσεις. Αν θες να μου κάνεις παρέα ρώτησα.»
«Ξέρεις, είμαι πολύ κουρασμένος από ταξίδι και…»
Μια βιαστική ματιά του στη σκάλα των δωματίων ολοκλήρωσε τη φράση.
«Κι εγώ πάνω πηγαίνω, αλλά για ύπνο είναι νωρίς ακόμη.»
Το υπονοούμενο σαφές, όπως και οι άλλες ερωτήσεις της κοπέλας όπως, «Από πού ταξίδε­ψες ως εδώ;» ή Θα γίνει κάτι στο ξενοδοχείο το βράδυ;», αλλά ώσπου να ακούσει κάτι σαν απάντη­ση η κοπέλα, αυτός βρισκόταν ήδη στο κρεβάτι του τελείως μόνος με χίλιες σκέψεις όμως που κα­τάφεραν και πέρασαν κάτω από την πόρτα και συνεχίζουν να τον βασανίζουν ξύνοντας το πάτωμα με την άκρη των νυχιών του εκκρεμούς αριστερού χεριού του. Και το μυαλό του ξύνουν απορίες.
Ο Γιώργος Μιχαηλίδης σηκώθηκε από το κρεβάτι κι ένα τσίμπημα στο στήθος του έφερε στα μάτια την απορία, γιατί θυμήθηκε την κοπέλα της μέρας που πέρασε και πολλές ακόμα από την πο­ρεία στο ξενοδοχείο; Από τις χειμωνιάτικες κοπέλες του Εδιμβούργου που ούτε καν πρόσεχε στο δρόμο αποκλείεται. Και γιατί το πρώτο που σκέφτηκε είναι κοπέλες και όχι κάτι πιο άμεσο;
«Η κακή μέρα απ’ το πρωί κρύβεται, Γιωργάκη
Έκλεισε τις σκέψεις αυτές στο μπάνιο πίσω του. Για πρώτη φορά σήμερα χωρίς να είναι άρ­ρωστος ανέβαλε το πρωινό ξύρισμα. Σήμερα την ώρα που διέθετε για ξύρισμα την έφαγαν οι χθεσι­νές κοπέλες. Και είχε πολλά να κάνει, μήπως προλάβει να αεροπλάνο για Εδιμβούργο ή οπουδήποτε αλλού στο μεγάλο βρετανικό νησί.
«Τουλάχιστον το κινητό ακόμα δε μ’ ενόχλησε με μήνυμα».
Αυτό σκεφτόταν και του άρεσε όσο με βιαστικό βήμα στο διάδρομο προσπαθούσε να διορ­θώσει το στραβοβαλμένο πουκάμισό του στο παντελόνι. Από τη βιάση του παραλίγο να τρακάρει με μια κυρία, την καθαρίστρια όπως κατάλαβε από τη φόρμα της. Τότε πρόσεξε ότι τα παπούτσια του ίσως ήθελαν λίγο βούρτσισμα. Στο ασανσέρ διόρθωσε λίγο τα μαλλιά του. Όταν άνοιξε η πόρτα και βρέθηκε στο εστιατόριο-καφετέρια έλεγξε λίγο το χώρο γύρω σα να φυλάχτηκε μην τον πετύχει η κο­πέλα με τα κόκκινα μαλλιά Βουλγάρας. Αλλά δεν φυλάχτηκε καλά. Μόλις ακούμπησε το τσάι που σερβιρίστηκε μόνος του την είδε να κάθεται κι αυτή απέναντί του, μ’ ένα φραπέ σε ποτήρι μισό μέτρο ύψος και καλαμάκι ίδιο χρώμα με τα μαλλιά της. Τώρα το κεφάλι και τα, ομολογουμένως ωραία, πόδια της ξεπρόβαλλαν μέσα από τζιν μίνι φουστάνι με επίσης τζιν αθλητικά παπούτσια για βάση.
«Αν θες να δεις τα αξιοθέατα Αθήνας αγόρασε χάρτη, μην έχεις πια εμπιστοσύνη στα GPS
Δεν κατάφερε να τον ξαφνιάσει, πρόλαβε μόνο να του πει το όνομά της: Σία. Εκείνος όπως το άκουσε φαντάστηκε, όπως οι περισσότεροι, με λατινικούς χαρακτήρες. Τότε του ήρθε κατακούτε­λα ο παχύς ρεσεψιονίστας, με πρόσωπο όχι υποσχόμενο για πολλές χαρές. Του σέρβιρε ξερά ότι δέχτηκε τηλεφώνημα γι’ αυτόν από τη φοιτητική εστία μεταπτυχιακών του πανεπιστημίου Εδιμβούργου και να κοιτάξει τα e-mail του.
«Και γιατί δεν ήρθε στο κινητό μου;»
«Ρώτα το ίδιο να σου πει. Το κομπιούτερ είναι δίπλα στην είσοδο της τουαλέτας», είπε ο ρε­σεψιονίστας πριν γίνει καπνός. Όπως και ο μάγειρας-γκαρσόνι με τον Μιχαλάκη την προηγούμενη ημέρα δεν άφησε στα μάτια κανενός την εικόνα του αισιόδοξου που πρέπει να δίνει καλή εντύπωση για να κρατάει πελάτες.
Σε λίγο ο Μιχαηλίδης θ’ αναδυόταν από το ταλαιπωρημένο μόνιτορ λαχανιασμένος λίγο πριν σκάσει. Ο συμφοιτητής του τον ενημέρωσε ότι στο Εδιμβούργο, όλοι τουλάχιστον στο πανεπι­στήμιο ξέρουν από τον δικό τους καθηγητή ότι η κινητή τηλεφωνία στην Ελλάδα έπεσε.
«Παρακολουθεί την Ελλάδα, λόγω αντικειμένου. Εμένα δε με βλέπει, μην ανησυχώ ότι μ’ έχει για κοπανατζή;»
Κοιτάζει το κινητό του και το πετάει στην τσάντα του. Σηκώνεται με τα φρύδια και τα χείλη κολλημένα με μπετόν. Ο «Επιβλέπος» έδιωξε έναν κοπανατζή και επόμενος στη σειρά είναι αυτός αν δεν έχει επιστρέψει έστω την επόμενη. Έτσι τέλειωνε το μήνυμα.
«Το αεροδρόμιο είναι ανοιχτό, μπορώ να φύγω. Σήμερα, αύριο. Μετά δεν έχει νόημα, εκτός…»
Πέρναγε μπροστά από τη γεμάτη καρέκλα και την ευρύτερη περιφέρεια του βαρέων βαρών αδιάφορου ρεσεψιονίστα ανήσυχος στην αρχή, πολύ πιο ανήσυχος όμως μετά, όταν είδε και άκουσε πίσω από το τζάμι της εισόδου σπάσιμο παρ-μπριζ περαστικού κρατικού αυτοκινήτου που δεν στα­μάτησε, επιτάχυνε κι άφησε πίσω του σκόνη θραύσματα και φόβους.
«Τώρα ξεκινάνε από πρωί, αλίμονο σ’ εμάς», άκουσε από βραχύσωμο αξύριστο τύπο που ακουμπούσε σα θαμώνας με τους αγκώνες στη ρεσεψιόν και το βλέμμα στον Κηφισό. Ενόσω σκε­φτόταν τι είπε μασούσε ηδονικά αφού είχε συλλάβει με την κάτω οδοντοστοιχία του την κάτω γραμ­μή από το μουστάκι που έτρεφε, του φορτηγατζή νταμαριών. Οι τρίχες που είχαν την ατυχία να φυ­τρώνουν αριστερά από τη μέση, ήταν βαμμένες καφέ, από το τα τσιγάρα που χρόνια έβλεπαν να καί­γονται μπροστά τους.
Ο Μιχαηλίδης κοιτά γύρω του ανήσυχος όχι τόσο για τον φορτηγατζή. Η κοπέλα στο βάθος ήταν ακίνδυνη. Ένα γκρουπ μεθυσμένων ευπρόσδεκτων υπερήλικων Εγγλέζων τουριστών είχε μισο­γεμίσει θορυβωδώς στο εστιατόριο του ξενοδοχείου. Όπως φρόντισε κι έμαθε η «κόκκινα μαλλιά Βουλγάρας» ήταν ξεχασμένοι στην Πάτμο, δε μπόρεσαν να φύγουν από Τουρκία και περιμένουν αμήν και πότε θα βρεθεί αυτοκίνητο να τους πάει στο αεροδρόμιο. Ίσα που πρόλαβαν σχεδόν όλοι οι άνδρες και 5-6 γυναίκες να πιουν μέχρι ημιτελικής πτώσεως. Ό,τι και να τους είπαν οι γιατροί ισχύει για τη δική τους χώρα ή και κάποιες άλλες που σκέφτονται να επισκεφθούν, σίγουρα δεν ισχύει για την Ελλάδα, την πιο ελεύθερη χώρα για τους ξένους που της έρχονται όχι μόνο για να γλεντήσουν την ομορφιά του κλίματος, των αρχαίων και του κρασιού της, αλλά και για να δουν επεισόδια και να αισθανθούν συμμέτοχοι σε μια εξέλιξη που θα διηγούνται τα εγγόνια τους στα παιδιά τους.
Δεν είχε καιρό για τέτοιες σκέψεις. Ήπιε μονορούφι, όρθιος το χλιαρό πια τσάι του και πριν προλάβει να τον πλησιάσει η Σία βρισκόταν έξω από το ξενοδοχείο, μετρούσε με σίγουρα βήματα την κοίτη του Κηφισού και βασανιζόταν πώς θα φτάσει στη Μάνδρα να βρει το σπίτι της κυρά Γα­λάτειας και των γιων της, αν βέβαια βρίσκονται εκεί ο Μιχαλάκης και η μητέρα τους.
«Θα τους πάρω στο σπίτι και θα φύγω. Δε θα χρειαστεί και πολλή προσπάθεια να την πεί­σω.»
«Βοήθεια… άσ’ το κάτω, ρε», ακούγεται κάπου μπροστά του. Ένας ισχνός μικρόσωμος νεα­ρός σαν ποντικάκι, με μικρό κεφάλι κοντοκουρεμένο, στενό βρώμικο πρόσωπο και μικρά σκούρα αεικίνητα μάτια τρέχει προς το μέρος του, προσπαθεί να τον παρακάμψει, γλιστρά, πέφτει κάτω και αφήνει στα πόδια του Μιχαηλίδη σερνόμενη μια καλοδεμένη σακούλα με τρόφιμα ανθρωπιστικής βοήθειας, όπως μαρτυρά η σφραγίδα πάνω της. Τα παλαιάς κοπής επίσημα ρούχα που φορά το πο­ντικάκι και ζέχνουν μάλλον τα βρήκε κρεμασμένα σε κάδο απορριμμάτων. Μια ηλικιωμένη κυρία τρέχει, όσο μπορεί αυτή, να φτάσει κοντά τους. «Πιάστε τον.. το φαΐ μας… τα παιδιά… σταμάτα, ρε!»
Ο Μιχαηλίδης κάνει να σκύψει να πιάσει τη σακούλα, αλλά διστάζει λίγο, όσο χρειάζεται για να σηκωθεί ο νεαρός να την αρπάξει ξανά να και εξαφανιστεί». Εξαφανίζεται και ο Μιχαηλίδης κυνη­γημένος από το παράπονο της ηλικιωμένης κυρίας: που αφήνει πίσω του να υψώνεται μέχρι τις τα­ράτσες των ψηλών κτηρίων:
«Γιατί, καλό μου παιδί; Γιατί μωρέ;» Ίσως να της έσωζε το φαγητό, αλλά μετά οι ευχαριστίες θα τον καθυστερούσαν.
«Άσε που δεν ξέρεις τι κουμάσι είναι ο μικρός διάβολος. Αυτοί και όπλα κουβαλάνε. Βέβαια, ίσως δεν ήταν κάτι σπουδαίο να πιάσω μια σακούλα και να μη μείνει νηστική η κυρά και τα παιδιά, τα εγγόνια της δεν ξέρω ποιος άλλος. Αλλά δε φταίω εγώ που πεινάει.» Φρόντισε κι έστρεψε την προσοχή του σε κάποιο κομμάτι του δρόμου με την εξέταση της ασφάλειάς του. Δυσκολεύτηκε, αλλά ξέχασε την κυρά. Τουλάχιστον για την ώρα.

Δεν υπήρχε περίπτωση να επανεμφανιστεί το μαγικό λεωφορείο που πήρε την προηγούμε­νη μέρα «τρελή παρέα» των οικογενειών Μιχαηλίδη και Σύρμα γι’ αξέχαστη -πραγματικά- εκδρομή στη Μάνδρα.
«Και χθες που το είδα μου έφυγε το καφάσι», του είπε ο περιπτεράς στην κοντινή στάση. Και αυτός δεν προβλέπεται να επανεμφανιστεί. Μόλις είχε μαζέψει δυο κούτες με τα τελευταία του εμπορεύματα και ούτε που το αμπάρωσε.
Η μετάβασή του στην άκρη της Αττικής παρουσιάζεται πια ως πρόβλημα, από αυτά που ή κατάσταση επιβάλλει να τ’ αφήσεις να λυθούν μόνα τους. Όταν ψάχνεις λύσεις χωρίς να έχεις στα χέρια σου δεδομένα αποτελεί δευτερεύον, αλλά χειρότερο πρόβλημα, προαπαιτούμενο που δεν θα λυθεί και αποκλείει τη λύση του κύριου προβλήματος.
Κοντεύει στη λεωφόρο με τα δύο ονόματα Αθηνών ή Καβάλας, σίγουρος ότι θα πατήσει ένα κουμπί και θα βρεθεί Ελευσίνα κι από κει «βλέπουμε». Κανένας δρόμος όμως δεν είναι άδειος από ανθρώπους. Πάλι απορεί τι γυρεύουν τόσοι στους δρόμους. Κάποιες απαντήσεις δίνονται αυτοβού­λως και ξαφνικά:
«Δεν έχω», λέει σε κάποιον, μάλλον πρεζάκια.
«Χτυπάω στο μάτι από μακριά και τραβάω κόσμο. Και οι τρακαδόροι μου φαίνονται τώρα περισσότεροι».
Δεν είναι συνετό να κυκλοφορεί σ’ αυτό τον καιρό ένας καλοντυμένος νέος. Η βιασύνη της αναχώρησης ξέχασε να τον ντύσει αθηναϊκά και τον άφησε με ντύσιμο Εδιμβούργου. Ίσως επειδή αυτός σκεφτόταν να φύγει όσο βιαστικά ήρθε: αμέσως, όσο κι αν διαρκεί αυτό από τόπο σε τόπο κι από ιστορία σε ιστορία. Αν ήταν να κάτσει πολλές μέρες θ’ άλλαζε το ντύσιμό του με σχέδιο και τάξη. Δεν ήξερε ότι αυτό θ’ άλλαζε άτακτα μόνο του. Όχι πως είχε σκοπό να ντυθεί σαν το Γαβρήλο που είδε και μόνο που δεν τρόμαξε και όχι μόνο από την όψη του.
«Πώς είναι δυνατόν να συμπαθεί η μάνα μου τόσο πολύ έναν τύπο του περιθωρίου; Και τόση εμπιστοσύνη να κουβαληθεί και στο σπίτι του που ποιος ξέρει πώς θα ’ναι; Αυτό δεν το σκέφτηκε η κυρία Μαρία η αριστοκράτισσα με τον κότσο; Μια διανυκτέρευση θα της είναι αρκετή. Καλό μάθημα. Αν τώρα δε με ψάχνει στο καπούτ το κινητό να πάω να την πάρω. Αλλά πού να με βρει;»
Του κάνει εντύπωση πώς και δεν παραπονιέται ο κόσμος που διακόπηκε η κινητή τηλεφω­νία. Αν κάτι τέτοιο συνέβαινε πριν από πέντε χρόνια είναι σίγουρος ότι θα έβλεπε αχανείς συγκε­ντρώσεις διαμαρτυρίας. Τότε θυμήθηκε ότι στη χθεσινή διαδρομή του δεν είδε και πολλούς να τα χρησιμοποιούν. Πράγματι, χρόνο με το χρόνο από την εποχή της που ξεκίνησε η οικονομική κρίση οι χρήστες κινητών λιγόστευαν.
«Δεν πειράζει, τα περισσότερα χρόνια μας τα ζήσαμε χωρίς κινητά.»

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ