Νέοι Στίχοι

Τα πρέπει και δεν πρέπει

Όποιος πει δεν ξεχνά / με τα χείλη στεγνά
Κι έτσι ψάχνει τον πρώτο του δρόμο
Στα θρανία γυρνά / νικημένος ξανά
με την κούραση φλέβα στον ώμο


Παίρνω άλλο δρόμο / έναν άλλο νόμο / ένα άλλο σώμα


Τα πρέπει και δεν πρέπει
τα βγάζω απ' την τσέπη
και τα πατάω στο χώμα
Τα πρέπει και δεν πρέπει
Και τη ζωή μου ακόμα
τα βγάζω απ' την τσέπη
και τα πατάω στο χώμα

Ποια πρέπει, ποια δεν πρέπει


Πες ποιο βήμα μπροστά / σ' οδηγάει σωστά 
στις παλιές σου σβησμένες εικόνες
Στον καθρέφτη γροθιά / και στα μάτια βαθιά
στοιβαγμένοι ερώτων αιώνες


Παίρνω άλλο δρόμο / έναν άλλο νόμο / ένα άλλο σώμα





ΔΕΝ ΤΡΕΧΕΙ ΤΙΠΟΤΑ

Γκρεμίζεις τα παλιά δικά σου τείχη
στην ίδια πόλη βλέπεις άλλα πρωινά
μια βόλτα όπου φτάνουν οι στίχοι
για να μπορέσεις να φωνάξεις δυνατά

Δεν τρέχει τίποτα
Δεν τρέχει τίποτα λοιπόν
δεν τρέχει τίποτα
Χτυπάει ακόμα η καρδιά
δεν τρέχει τίποτα

Ταξίδι για ν' αλλάξεις τ' όνειρό σου
και θ' αρνηθείς να μεγαλώνεις όπως χθες
γυρνάς την πλάτη και στον άσχημο καιρό σου
και νέοι δρόμοι μέσα στις αποσκευές
Δεν τρέχει τίποτα


ΒΑΡΔΑ, ΝΟΥ

Τι δε μου 'πες πως υπάρχει / και θεός που μέθης άρχει
Για τον Βάκχο ούτε μιλιά / κι από φούντα ούτε σταλιά

Το οινόπνευμα στο πνεύμα / κάνει νεύμα γι' άλλο ρεύμα
νεύμα ρεύμα για μπροστά /
ο φτωχούλης δεν χρωστά / του 'χουν κλέψει τα λεφτά

Βάρδα, νου, βάρδα φουρνέλο
Βάρδα, πέφτει το μπουρδέλο
Αν δεν έμαθες πού πας
θα στο πει κι αυτό ο παππάς

Άλλοι για τη μπάλα πύλες / κι άλλοι χάρη τους σε βίλες
κι άμα βρέξει τι και πώς / για τ' αφεντικό ο καιρός.

Από δεκαοχτώ μαλάκας / και στην πιάτσα σύρμα ο τράκας
Κι αν μπορώ να ζήσω αλλιώς /
δεν θα είμαι εγώ αυτός / Θα 'μαι κάτι δυστυχώς


Θανάσιμα λάθη

Ξανά βλέπω γράφεις / “Είμ' εδώ”, στον καθρέφτη
μ' απ' τα χέρια μου πέφτει / ένα κραγιόν σου, εσύ

Ξανά μη μου λείψεις / στο μυαλό μου ανέβα
σαν το αίμα στη φλέβα / που φεύγει για να 'ρθει

Θανάσιμα λάθη / τα δικά σου θα κάνω
όμως δε θα πεθάνω / γιατί θα 'μαι εσύ

Ξανά δε θ' ακούσεις / το “Μην κλαις” της αβύσσου 
θα 'μαι πάντα η φωνή σου / και θα 'μαι πάντα εσύ

Ξανά μη με χάσεις / κι ό,τι σου ΄λειψε σβήσε
κάθε ανάσα μου είσαι / και θα 'σαι πάντα εσύ

Θανάσιμα λάθη / τα δικά σου θα κάνω
όμως δε θα πεθάνω / γιατί θα 'μαι εσύ




ΚΑΠΟΙΟΣ ΝΑ ΣΑΣ ΘΥΜΑΤΑΙ

Ποιος θυμάται πως ήσουν εδώ
από ανέμους χαρές να μας πλέξεις
Τ' όνομά σου στα χείλη μου εγώ
στ' άρωμά σου είχες βάψει τις λέξεις
Κι όσο σ' ακουγα ήσουν εγώ
στ' άρωμά σου είχες βάψει τις λέξεις

Και ξημέρωνε πάλι ο χορός
και τ' αστέρια σε κάνανε χάζι
στων μαλλιών σου το χρώμα ο ουρανός
μια ματιά σου κι ο κόσμος αλλάζει
Στων χεριών σου την άκρη ο ουρανός
μια ματιά σου κι ο κόσμος αλλάζει

Σ΄ όποιον λείπεις του φταίω
φταίω που σε θυμάται
Για τα λόγια σου φταίω
λόγια που τα φοβάται

Κάντε βήμα σας λέω
Κάποιος να σας θυμάται
Κάντε κάτι ωραίο
Φτιάχτε δρόμο κι ελάτε

Ποιος θυμάται πως ήσουν εσύ
μια τσιμπιά από τον οίστρο, τη μύγα
Είπα είσ' αμαρτία μισή
και στην κόλαση δεν ξαναπήγα
Κι η μετάνοια μου ήταν μισή
μα στην κόλαση δεν ξαναπήγα

Και ημέρωνε πάλι ο καιρός
κι οι βοριάδες στα πόδια μου σκόνες
Των πληβείων στρατιές για το φως
ξεκινούσαν να φτιάξουν εικόνες
Πειρατών και διαβόλων στρατός
με σπαθιά θα ξεθάβει αιώνες





ΘΑ 'ΡΘΕΙ ΣΤΙΓΜΗ

Θα ΄ρθει στιγμή θα λες θα ξαναγεννηθώ
θα ΄σαι παιδί που όλοι οι ήρωες δεν του φτάνουν
ούτ' η παρέα τους θ' αλλάξει τον καιρό
ούτε τα όπλα τους τον χτύπο σου θα λειάνουν 

Θα ΄ρθει στιγμή που θ' απαιτήσει το γιατί
ούτ' η ζωή ούτε ο θάνατος σου φτάνει
Και τότε εσύ θα θέλεις κάποιος να σε βρει
κι όλα τα λάθη σου αυτός να ξανακάνει

Θα 'ρθει στιγμή με την αλήθεια στη γροθιά
και μια ματιά με τ' ουρανού όλο το βάρος
Κάτ' απ' τα νύχια σου το αίμα θα χτυπά
και στο ταβάνι για να ζεις θα ψάχνεις θάρρος 

Θα 'ρθει στιγμή θα 'σαι παιδί που τι να πει
σε μια φουριόζα μυρωδιά από τον καθρέφτη
Στο παρελθόν σου θα μιλάς με μια σιωπή
και κάθε ανάσα σου θα λες πολύ σου πέφτει  

Θα 'ρθει στιγμή που ένα πόντο θα υψωθείς 
Θα ΄ρθει στιγμή να λες τον κόσμο πως θ' αλλάξεις
Θα τον ζωστείς, σε δυο παντόφλες θα χωθείς
θ' αλλάξει ο κόσμος και στα ίδια σου θ' αράξεις



Ψάξε την άλλη θάλασσα

Ψάξε την άλλη θάλασσα
για όνειρα καινούργια που ζητούσες
για όσα σε περίμεναν κι αργούσες
Ψάξε την άλλη θάλασσα
τα ρούχα τα παλιά σου αφού τινάξεις
κι εσύ όπου κι η σκόνη θα πετάξεις

Ψάξε την άλλη θάλασσα
κι αν θέλεις στο βυθό κάτι να θάψεις
στο άσπρο του αφρού της να το γράψεις
Ψάξε την άλλη θάλασσα
στο κύμα τη γροθιά σου αν τσουγκρίσεις
κι εσύ στον άνεμό της θα μεθύσεις


Έτσι πλανεύεσαι / ζεις κι ονειρεύεσαι
Έτσι πορεύεσαι / ζεις κι ερωτεύεσαι


Ψάξε την άλλη θάλασσα
γι' αυτήν πανιά που τρέχουνε θα ράψεις
στο χρώμα της οργής σου θα τα βάψεις
Ψάξε την άλλη θάλασσα
κλωστή γραμμή του ορίζοντα θα κλέψεις
στο φως του τη βελόνα σου θα ζέψεις

Ψάξε την άλλη θάλασσα
τη νύχτα λάμπει ο χάρτης στο κορμί της
αχνάρια αφήνουν χάρακας διαβήτης
Ψάξε την άλλη θάλασσα
μα κοίτα, μη ζητάς πολλά να κάνεις
μονάχα με τα μάτια τ' άστρα φτάνεις


ΠΟΛΕΜΟΣ η ΑΓΑΠΗ

Μη μετράς τα σκαλιά / τ’ ανεβαίνεις αλλά
με το βήμα μαλώνεις ακόμα
Το καλό ναυαγεί / και το μέλλον αργεί
Θα στο πει του πολέμου το χρώμα

Κάθε ώρα χρωστά / να σε διώξει μπροστά
στις παλιές σου σβησμένες εικόνες
για ν’ αγγίξεις σωστά / με τα μάτια κλειστά
στοιβαγμένους ερώτων αιώνες
Είναι όλα γνωστά
Δεν νικήσαμε τους Λαιστρυγόνες

Είναι πόλεμος η αγάπη / ξέρεις τέλος και αρχή
τον εχθρό μόνο δεν ξέρεις / ούτε πόσο διαρκεί

Η ανάσα ξεχνά / να περάσει ξανά
απ’ του πρώτου ονείρου το δρόμο
Δικασμένη γυρνά / σε νησιά περσινά
με την κούραση φλέβα στον ώμο
Πες μου ποιος κυβερνά
και τα έχει καλά με το νόμο


Καινούργια ρούχα βάλε
πριν έρθει το φινάλε
Τα πρώτα λόγια φόρα
στα ίδια χείλη τώρα




ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΤΙ


Δεν υπάρχει τι / ψάχνω και ρωτάω γιατί
όνειρα περάσανε / μα ποτέ δε φτάσανε
μέχρι το πρωί

Όσους καθρέφτες μούντζωνα / με μια γροθιά σκορπούσα.
Και μες στα καθρεφτάκια τους τα λάθη μου ζητούσα.
Σε όσους με κορόιδευαν πάντα χαμογελούσα.
Κι αν είχα δεύτερη ζωή, έτσι κι αυτήν θα ζούσα

Μη ρωτήσεις ποιου / Ποιου χαμένου αντάρτη θεού
πέλαγα θυσίασα / όσο κι αν πλησίασα
στην καρδιά νησιού

ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΒΑΡΕΘΗΚΑΝ

 
Τα όνειρα βαρέθηκαν κι έφυγαν απ' το στρώμα.
Όσοι δεν αγωνίζονται ας μην τα δουν ακόμα
Δυο χείλη που δε σφίχτηκαν ποτέ μη φιληθούνε
κι όσοι ποτέ δεν ξύπνησαν ας μην ονειρευτούνε


Ό,τι γυαλίζει απ’ τα σπαθιά στου πόλεμου τα μάτια
είναι το χρήμα στη σκιά. η αλήθεια στην πραμάτεια.
Ό,τι προδίδει τη σπρωξιά απ' του γκρεμού τα χείλη
είναι τα λόγια τα φτηνά όσων ντυθήκαν φίλοι.


Το τζάμι χτύπαγαν πουλιά με τα φτερά βρεγμένα
και οι οθόνες ούρλιαζαν πως είναι οπλισμένα
στο συρματόπλεγμα κορμιά που έχασαν πατρίδες
δάκρυ ποτέ δε έσταξαν τίτλοι σ' εφημερίδες


Τις τελευταίες μου στιγμές δίπλωσα στο χαρτί μου
ένα φιλί ζωγράφισα κι έφυγα απ’ τη ζωή μου.
Των ουρανών συνθήματα χτυπήσαν οι γροθιές μου
μετρήσαν τα αιτήματα απ' τις παλιές χρονιές μου



Όποιος τσιπουρομεθύσει

Όρτσα, Λεβάντε πρόσφυγα, κέρνα με το Αιγαίο
ανάσα στο ποτήρι μου σε πίνω και σε κλαίω
Ο πόνος ανατολικός φυσάει στην αυλή μου
την πόρτα έχω ανοιχτή μπροστά από το φιλί μου

Όποιος τσιπουρομεθύσει / πάει σ' ανατολή και δύση
Όποια γλώσσα θα τη λύσει / σ' όλους θα σε τραγουδήσει

Ποιος Απηλιώτης πρόσφυγας ήρθε για να μου φύγει
έρωτας είναι η ζωή όταν σου μοιάζει  λίγη
Σε πήρε από τα χείλη μου ένα βαγόνι εν τέλει
η Γερμανία όνειρο σε βρίζει που σε θέλει

Μάιος είναι ο μήνας που δε θέλω να πεθάνω
Τον Μάιο είπες θα με κλέψεις, ακόμα όμως δεν είδες πού έχω την τριανταφυλλιά.
Υποσχέθηκες θα με κοιτάξεις στα μάτια, αλλά ακόμα δεν σκότωσες τον πατέρα σου στα δικά σου.


ΤΟ ΚΑΛΟ ΘΑ ΦΑΝΕΙ
Καμιά φορά η νύχτα μου τελειώνει
ξυπνάω πρωί και δρόμο λέω να πάρω
Η μέρα μου ανάγκες ξημερώνει
Θα βρίζω όταν πιάνω το τιμόνι
ξανά στο παρελθόν μου να τρακάρω

Καμιά φορά θα φύγουνε οι φίλοι
κι εγώ με τις σκιές μου θα παλεύω
Κρυφά η σκέψη θα μου ξαναστείλει
το όνομα που μου ’καψε τα χείλη
κι απ’ τ’ όνειρο χαμόγελα θα κλέβω


Καμιά φορά τους άγγελους ζηλεύω
Καμιά φορά ψηλά λέω θ’ ανέβω
Καμιά φορά το θάνατό σου κλέβω
Καμιά φορά μονάχος μου χορεύω

Το καλό θα φανεί / θα βρει τα βήματά μου
Το καλό θα φανεί / να ’ρθει ξανά μπροστά μου
Βάλε εσύ τη φωνή / κι εγώ τα δυνατά μου


Καμιά φορά οι νύχτες δε με κρύβουν
Κανέναν δεν αντέχω να θυμάμαι
Τα όνειρα άλλες πόρτες δεν ανοίγουν
Σε σένα όταν πονούσες καταλήγουν
Εκεί που δεν αντέχω μέσα να ’μαι

Καμιά φορά σε ψάχνω για πατρίδα
Δεν ξέρω από πού στο δρόμο βγήκα
Τα χρόνια που δε θα ’ρθουν μπρος μου είδα
Θα πιω με τον καφέ μου καταιγίδα
να πω, «Στο κατακάθι βρήκα γλύκα»




ΤΟ ΞΥΛΙΚΙ

Είναι κάτι πρωινά, κάτι απογεύματα
που λες κρατάνε μέρες και βδομάδες
συναπαντιούνται αντίθετα δυο ρεύματα
κι αρχίζουν αγκαλιές οι δυο Ελλάδες

Κι απ’ την Αθήνα στη Σαλονίκη
Όλη η Ελλάδα παίζει ξυλίκι

Μεταξωτή κορδέλα φύκι
κι ούτε δίφραγκο για νοίκι

Είναι κάτι αγωνίσματα που αγάπησα
το κλάμα και το τρέξιμο στους δρόμους
Κάτι παιχνίδια παιδικά που δεν παράτησα
κάτι παλιό σαν κλέφτες κι αστυνόμους

Έρχονται κάτι στιγμές μες στα σοκάκια
ξαναγινόμαστε παιδιά με κοντά παντελονάκια
άλλοι κρατούν στα χέρια τους βρισιές
και άλλοι ροπαλάκια

 


Απ' τα μαλλιά σε νόμισμα δεμένες
Μετά τη φτώχεια χτύπησαν το τζάμι και τις ψυχές μας άλλες εποχές. Των βολεμένων σχόλασαν οι γάμοι, λάγνες σειρήνες κράζουν στο ποτάμι και του διαόλου φτάσαν δανειστές που δεν αφήσαν στα μυαλά μας δράμι.

Απ’ τα μαλλιά σε νόμισμα δεμένες μάνα, πατρίδα, κόρη και χρονιές. Τους κλέβαν όνειρα και κοιμισμένες τις περιφέρανε κουρελιασμένες σε πρακτορεία και σε αγορές .  Πόσο σου μοιάζανε απορημένες!

Πόσες φορές χτυπήσαν οι καμπάνες !.. Γι’ άλλων πατρίδες είπες μαρτυρούν, άλλα παιδιά ζητούν από άλλες μάνες. Μα και σ’ εσένα στρέφονταν οι κάνες, είδες αργά τα όπλα ποιους χτυπούν κι ας είχες ασημώσει τις τσιγγάνες.

Ποιος μύθος φανταζόταν η απάτη στου φασισμού το μνήμα θα κρυφτεί. Δήθεν γριά απ’ του χάρου το κρεβάτι θ’ ανέβει πάλι στου θεού την πλάτη κι απ’ τη μορφή του ταύρου θα κλεφτεί. Θα συντριβεί μα θα ’χει αφήσει κάτι.




Μικρά Πολυτεχνεία (σε δεκαετίες)

Μαζευτήκαμε κι όλα τα θυμηθήκαμε

Γονείς μας που ταράξαμε / τσιγάρα που ανάψαμε
πατώματα που κάψαμε / Με σέικ του εξήντα
Χρονάκια μας που κλάψαμε / και λόγια που φωνάξαμε
για όνειρα που γράψαμε  / σε τοίχους του εβδομήντα

Δε χάσαμε δε χάσανε / κι ας μοιάζουν ειρωνεία
Ποτέ δε μας ξεχάσανε / μικρά Πολυτεχνεία

Και κάποιοι που λουφάξανε / χαμένοι που αράξανε
μόνο για αυτά που αρπάξανε / είχανε τα προσόντα
Με ήττες τους διδάξαμε / Και ζουν μ’ ό,τι τους τάξαμε
σκουπίδια που πετάξαμε / στους κάδους του ογδόντα

Τα χρόνια δεν τα σβήσαμε / μας φτάνει που τα ζήσαμε
κι αν πούμε πως νικήσαμε / οι νύχτες τους αιτία
Τα ρέστα δε ζητήσαμε / κεράσαμε, τ’ αφήσαμε
πάμε γι αλλού, αργήσαμε / ψάξε δεκαετία



Σαν ανάσα που χρωστάς

Πλάτη γυρνάς / στην κάθε μέρα / στη δουλειά
Πατρίδα το κορμί σου ζητά

Όσο με ξεχνάς / τόσο θα πονάς
Με κλειστά τα μάτια σου εμένα θα κοιτάς

Μπρος σου αν θέλεις να σταθώ / Ψάξε χώμα και νερό

Στη σκιά σου θα κρυφτώ
Στη σιωπή σου σαν ποτό
Θα ’μαι κάπνα που φυσάς
Σαν ανάσα που χρωστάς

Πάλι γυρνάς / στους πέντε δρόμους / βιαστικά
Καθρέφτες η γροθιά σου ζητά

Όσο δε μιλάς / τόσο θα μεθάς
Με άλλους πριν τα χείλη σου εμένα θα φιλάς

Μπρος σου αν θέλεις να σταθώ / Ψάξε χώμα και νερό




Άλλη μια δεύτερη φορά

Όποιον χαρά δε γεύεται
το γέλιο θα τον πνίξει
κι όποιος δεν ονειρεύεται
ποτέ δε θα ξυπνήσει

Μπρος σου αν θέλεις να σταθώ / Βρες μου χώμα και νερό

Στην καλημέρα σου αν με θες
της πόρτας σου να είμαι η σκιά
«Πέθανα για σένα», πες
και γεννήσου για τους δυο μας ξανά
άλλη μια δεύτερη φορά

Έτσι λέω να φτάσω / δίπλα σου ξανά
δάκρυα να σου στάξω / κι άστρα στα μαλλιά

Τα μάτια όταν ανοίγουμε
δεν ξέρουμε το λόγο
Γιατί όμως να τα κλείνουμε
μονάχοι δίχως λόγο




ΣΠΑΣΜΕΝΑ ΠΟΤΗΡΙΑ
Σπασμένα ποτήρια πιο πίσω απ' τα βράδια
μισές δυο συγνώμες πρωινές από μένα
μισά δυο φιλιά μας χαρακιές από σένα
μισά δυο ταξίδια σε κορμιά νικημένα

Σπασμένα ποτήρια πιο πίσω απ' τα βράδια
Σεπτέμβρηδες φτάνουν, καινούργια ρημάδια

Σπασμένα ποτήρια και χρόνια πιωμένα
νησιά μες στα μάτια οι σιωπές που πονάνε
νησιά ψάχνουν πάλι οι κουβέντες και πάνε
νησιά που βαριές καληνύχτες φυλάνε

Σπασμένα ποτήρια και χρόνια πιωμένα
Σεπτέμβρηδες φτάνουν μ' αντίο πιο ξένα

Ποιος απ' τους δυο μας κράταγε τον Αύγουστο μαχαίρι
κανείς μας δεν το ξέρει.
Δε θέλω να θυμάσαι αυτό το Καλοκαίρι


ΑΝΑΠΤΗΡΑΣ ΤΑΞΙΔΙΩΝ
Πώς μας γέμισαν / με δίψα οι κρυφές / αγάπες μας παλιές
Αγάπες που σημάδευαν ονείρων καραβιές
Μας αρμένισαν / σταγόνες σιωπηλές / κι ανάσες βιαστικές
Ανάσες που γεννούσανε ανατολών σιωπές

Ό,τι άφησες / ένας αναπτήρας ταξιδιών
κι ένα κάψιμο / από το σημάδι των χειλιών

Αρνηθήκαμε / και κρύψαμε βαθιά / το ψέμα μας ξανά
Το ψέμα που μας ένωσε για άλλη μια φορά
Φοβηθήκαμε / να μπούμε στη φωτιά / που άναβε η ματιά
Ματιά που μας μαχαίρωνε χρονιές δεκαεπτά

Ήταν αγάπη σου κι αυτή
μία βολτούλα στη γιορτή
μικρή της στάχτης διαδρομή
βαθιά σ' ένα κουτάκι μπύρας

Κι όπως σου γύρεψα φωτιά
είδαμε αργά και χωριστά
πως τέλειωσε κι ο αναπτήρας


ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΒΑΡΚΑ (Ο τελευταίος μονάχος)

Πώς ξανοίχτηκε
στο πέραμα του ονείρου
κι ανάστησε γλυκά
ταξίδια παιδικά
για το μηδέν του απείρου

Μόνος ρίχτηκε
σε πέλαγα θανάτου
και νίκησε διωγμούς
εχθρούς και χωρισμούς
που κρύβαν τα νησιά του

Ψυχή και βάρκα αράξανε
στων φίλων τη μαρίνα
Αυτών που δεν κοιτάξανε
της αμμουδιάς τα κρίνα

Ψυχή και βάρκα τρίξανε
πριν λύσουν τα σχοινιά τους
οι φίλοι όμως δε ρίξανε
ματιά στα όνειρά τους

Πού ταξίδεψε
ο τελευταίος μονάχος
Τον χτύπησε κρυφά
τον τράβηξε βαθιά
έρως θαλασσομάχος

Πώς παγίδεψε
τα όνειρα στο πιόμα
Στεγνώσανε κι αυτά
μαζί με τα ποτά
που στάξανε στο χώμα




ΘΕΛΩ ΤΑΓΚΟ

Ανάσα από ταγκό / μεθά κι ακροπατάει
ιδρώνει και λυγάει / στο άσπρο σου μακό
Ανάσα από ταγκό / νικιέται βλαστημάει
στη θάλασσα πετάει / πανί κι αερικό

Χορεύω με τον Διάβολο ταγκό
Να το χορέψουν οι σκιές μας πάνω στο μωσαϊκό
Χορεύω με τον διάβολο ταγκό
Να σ' ανασάνω / κι ας πεθάνω
κι ας κερνάς θανατικό
Χορεύω με τον Διάβολο ταγκό

Ανάσα από ταγκό / σ’ ένα κραγιόν κρυμμένη
γλυκά απαγορευμένη / κλεμμένο μερτικό
Ανάσα από ταγκό / σκοτώνει κι ανασταίνει
ξηλώνει και υφαίνει / ξανά το νυφικό


ΤΕΛΟΣ της ΑΡΧΗΣ
Παιδιά που αντέχουν
και τη φωτιά και την αγάπη που δεν έχουν
Στη νύχτα πάνε
κι όσα σε πείραξαν, για σένανε κερνάνε

Παιδιά που αντέχουν
μία ζωή, ποτέ τους πίσω της δεν τρέχουν
κι απ’ τ’ όνειρό τους
μπορούν για σένανε να δώσουν τον καπνό τους

Παιδιά μου, παιδιά μας
στερνή ανάσταση του γέρου έρωτά μας
Παιδιά σου, παιδιά μας
ό,τι ωραίο έχει ακόμα η καρδιά μας

Ποιος το κρατάει
βγαίνει απ’ τα μάτια ό,τι στα ρούχα δε χωράει
κι ό,τι σε πνίγει
απ’ τη δουλειά κι από τη μέρα έχει ξεφύγει

Παιδιά που αράζουν
απ’ τους μπαμπάδες ό,τι έχει λείψει μοιάζουν
Τους αγαπάνε
μ’ όλα της θάλασσας τα νεύρα που περνάνε


ΑΝ ΣΕ ΣΚΟΤΩΣΩ

Στο πιο βαθύ ποτήρι σου
Ο ύπνος σ’ έχει πάρει
Και τ’ όνειρό σου πριν πνιγεί
ψευτιά που ’χει καιρό γευτεί
Πήρε χαμπάρι

Η ώρα της αλήθειας είν’ αργά
Δρόμο να πάρει

Στον εαυτό μου άλλη συγνώμη δε θα δώσω
Απόψε αν δεν έρθω να σε σώσω
Στον εαυτό μου ακριβά θα το πληρώσω
Απόψε άλλη μια φορά / αν σε σκοτώσω

Τα πιο μικρά σου όνειρα
Δε σου ’καναν τη χάρη
Δε γίνανε αληθινά
Το ψέμα μου σε καίει ξανά
Σε κουμαντάρει

Η ώρα της αλήθειας είν’ αργά
Δρόμο να πάρει


ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ ΜΕ ΤΟ ΧΑΣΙΜΟ
Είναι ωραίο ν’ αρμενίζεις όπου σ’ έδιωξαν
Τόσο ωραίο να πονάς και να το κρύβεις
Αυτό είναι αγάπη, να ξεχνάς ό,τι δε σου έδωσαν
κι όλα τα ζόρια με χαρά να τ’ ανταμείβεις

Σαν περισσεύεις απ’ τους άλλους είσαι κέρασμα
στου πανικού το κοφτερό σπασμένο νύχι
Όμως ιδέα είναι να ψάχνεις κι άλλο πέρασμα
να πασπατεύεις τα παλιά μικρά σου τείχη

Είναι τα όνειρα αθώα πριν σ’ αγγίξουνε
μετά ζητάς και τιμωρείς τις προσδοκίες
Όμορφες θάλασσες θα θέλουν να σε πνίξουνε
γιατί δε φταίξαν στις δικές σου μαλακίες

Άμυνα είναι να γκρεμίζεις ό,τι μπόρεσε
να πολεμήσει με τις λίγες αντοχές σου
Φίλους να ψάχνεις να βαδίσουν σ’ ό,τι χώρεσε
στη λίγη αγάπη που σκορπάει τις ενοχές σου

Έρωτες ίδιοι με ρεσάλτα που ερέθισαν
μια εφηβεία που παλεύει να φωνάξει
Είν’ η ανάσα του ξινού φιλιού που μέθυσαν
όσα δε μπόρεσε το λάθος να διδάξει

Κουβέντα μην ανοίγεις με παλιά
άστα να φύγουν, δεν πληγώνουν κάναν άλλο


ΔΕΝ ΤΡΕΧΕΙ ΤΙΠΟΤΑ


Το σπίτι και οι τσέπες ρημάδια
ούτε ανάσα ούτε φίλοι στο πλευρό
τι φέρνουν τα επόμενα βράδια
το ψιθυρίζει πριν τα χείλη το μυαλό

Δεν τρέχει τίποτα

Στα πρώτα στέκια οι νικητές που θα κεράσεις
γυρνάς τα μάτια στους καφέδες των σταθμών
να κάνουν πέρα τη γραμμή για να περάσεις
κάποιοι γελάνε μα δε βλέπουν τον καιρό

Δεν τρέχει τίποτα

Δεν τρέχει τίποτα λοιπόν
δεν τρέχει τίποτα
Χτυπάει ακόμα η καρδιά
δεν τρέχει τίποτα
Είμαστε ακόμα μικρά παιδιά
στα ζόρια ανύποπτα

Γκρεμίζεις τα παλιά σου τα τείχη
στην ίδια πόλη βλέπεις άλλα πρωινά
μια βόλτα όπου φτάνουν οι στίχοι
για να μπορέσεις να φωνάξεις δυνατά

Δεν τρέχει τίποτα

Θα ταξιδέψεις για ν' αλλάξεις τ' όνειρό σου
και θ' αρνηθείς να μεγαλώνεις όπως χθες
γυρνάς την πλάτη και στον άσχημο καιρό σου
και νέοι δρόμοι μέσα στις αποσκευές

Δεν τρέχει τίποτα


ΣΕ ΘΕΛΩ Σ' ΑΝΑΣΑΙΝΩ

Ήρθες μπροστά μου μια στιγμή
με μία δίψα στο κορμί
που απαιτεί / να κρυφτούν τα φώτα

Φόρεσες ρούχα γιορτινά
να σε γελάσουνε ξανά
με δανεικά / όνειρα για ιδρώτα

Σε θέλω μάγισσά μου
μεθάς τη μοναξιά μου
Σε θέλω σ' ανασαίνω
Ταξίδι μου χαμένο
Σε θέλω μάγισσά μου
Σε θέλω μακριά μου

Έφτασες πάλι με παλιές
χρονιές χαμένες εκδρομές
και μολυβιές / στο αργό σου βήμα

Ήρθες παρέα μου εδώ
για να παλέψεις να σωθώ
κι αν νικηθώ / να 'σαι συ το θύμα


ΕΛΑ ΜΟΥ ΞΑΝΑ

Τα μάτια μου τα μάλωσα
μην σε ξανακοιτάξουν
Όμως μπροστά σου πάγωσα
εικόνα μην αλλάξουν

Τους φίλους μου παράτησα
για σένα μη μιλήσουν
Τα λόγια μου όμως κράτησα
μη σε κατηγορήσουν

Πόσο μέθυσα όσα έχασα
Όμως αυτά τα ξέχασα
Με πονάει που δε μπόρεσα,
στην αγκαλιά σου τη μικρή δε χώρεσα

Απ' τα μαλλιά σου ζήτησα
μακριά μου μην μπλεχτούνε
στα βράδια που ξενύχτησα
να μην ξημερωθούνε

Τις μέρες παρακάλεσα
αντίο να μας γράψουν
Τα χείλη σου όμως κάλεσα
για να με ξανακάψουν


ΔΥΣΚΟΛΗ ΛΕΞΗ

Ό,τι κι αν έγινε κανείς δε θα πληρώσει.
Κανείς δεν έφτασε τις νύχτες τις σπουδαίες
Φτιάξαμε όμορφα τα λάθη, τις παρέες
Αρρωστήσαμε όμορφα από αγάπη και ιδέες

Αγάπη, δύσκολη λέξη στα μάτια

Δύσκολο μία να τη δείξεις
δύσκολο δύο να την πεις
και χίλιες δύο να την κρύψεις
Και άλλες χίλιες να την πιεις.

Αγάπη, δύσκολη λέξη στα μάτια

Ό,τι κι αν έγινε κανείς δε μας χρωστάει
Όσοι κι αν φύγαμε κανείς δε θα γυρίσει
Είναι τα πρόσωπα στραμμένα στο μεθύσι
Ζαλιστήκαμε όμορφα η λέξη πριν μας πείσει


ΑΝ ΣΕ ΘΕΛΩ ΤΟΣΟ

Πάλι όλα στον αέρα / σαν κάθε μέρα
Πώς ήθελα να σ’ έχω, να πονάω
και να μπορώ ξανά απ’ την αρχή να σε ζητάω

Μακάρι να ’ξερα αν σε θέλω τόσο
τ' όνειρο άφησα μισό / μη σ’ ανταμώσω
όνειρο που 'θελα να φύ/γει, να γλυτώσω
Μακάρι να ‘ξερα αν σε θέλω τόσο

Πάλι στ’ άντεξε και ζήτα / άλλη μια ήττα
που ήθελα να ρίξω σ’ ό,τι αφήνω
κι όλο το φταίξιμο στο δάκρυ σου να πλύνω


ΔΕ ΘΑ ΣΕ ΓΝΩΡΙΣΩ

Λόγια ανάβω, λόγια σβήνω
όμως σε άσχετους εγώ / λόγια δε μοίρασα.
Πόρτα κλείνω, εδώ θα μείνω
γιατί ποτέ σ' αγάπης μοιρασιά / εγώ δε γύρισα

Δε θα σε γνωρίσω, δε θα με γνωρίσεις
δε θα πούμε λόγια γλυκά
Δε θα 'ναι ποτέ ξανά.
Λόγια πίνω / λόγια αφήνω
όμως κρυφά απ’ τους άλλους εγώ δεν ψιθύρισα.
Βράδια βρίζω / ξεφυλλίζω
όμως ποτέ στα χρόνια τα παλιά εγώ δε γύρισα


Σημάδεψα τον έρωτα και σκότωσα εσένα

Η αγάπη μεθάει, μοναχή ξενυχτάει
για κορμί που σκορπάει
σ' αλλουνού αγκαλιά
Η αγάπη σε βρίζει, μην ξανάρθεις σ' ορκίζει
μοναχή αρμενίζει
στων ματιών τα βαθιά

Τον έρωτα σημάδεψα
και σκότωσα εσένα
Μ' ένα φιλί που μάζεψα
μην το χαράξει ψέμα

Χθες το βράδυ σ’ ονειρεύτηκα
μα αυτό το έργο το ‘χω ξαναδεί
κι όχι ευχαριστώ δε θέλω
σαν το ζητιάνο να ζητώ
αγάπη στο καπέλο

Με τα λόγια που πνίγει μες στα χείλη που ανοίγει
δεν τολμάει να φύγει
Η αγάπη πονά
Σε νησιά που αύριο φτάνει, τις πληγές που θα γειάνει
τα καλά που ‘χει κάνει
η αγάπη ξεχνά

ΤΙ ΝΑ ΧΡΩΣΤΑΩ

Καμιά φορά κι εγώ θα την πατήσω
θα ψάχνω αμαρτίες να ξεχάσω
Αγάπες που με διώξαν θα ζητήσω
στους δρόμους του έρωτά μου θα βαδίσω
τα λάθη μου σε άλλους να μοιράσω

Τι να χρωστάω / τι να ξεχνάω
Τι να πληρώσω / τι να γλυτώσω

Αγάπη είναι ένας δρόμος όλο λάθη
Κι αλίμονό του σ' όποιον δεν το μάθει
Απόψε κάποιος να πληρώσει τα σπασμένα
και όλα τ’ άλλα από μένα κερασμένα

Θαρθεί φορά μονάχος να χορέψω
με ιδρώτα μου το πάτωμα θα καίω
Θα πω, "Σε ποιο θεό πια να πιστέψω!
Για ποια νησιά να φύγω, να κουρσέψω
τα λόγια που 'χα πνίξει στο Αιγαίο"


ΑΚΟΜΑ

Σε βρήκα στην αρχή / γιατί έψαχνα ζωή
αυτό που γυρεύω ακόμα / και δε βρήκα σε σώμα
Σε ήθελα πολύ / γιατί 'θελα αναπνοή
Αυτό που δε βρήκα σε σώμα / και σε θέλω ακόμα

Σ' αγαπάω / σαν τιμωρία που ζητάω
Σαν τιμωρία που δε γνώρισα ακόμα
σ΄ αγαπάω ακόμα

Σε πόνεσα καιρό / γιατί πλήγωνα κι εγώ
αυτά που πονάω ακόμα / Μακριά από το σώμα
Σε ζόρισα βαθιά / γιατί 'σουνα ζόρι-φωτιά
Αυτό που δε βρήκα σε σώμα / με ζορίζει ακόμα

ΜΟΥ ΤΑ 'ΛΕΓΕΣ

Μου τα 'λεγες Γιώργο, εκείνους τους χρόνους
που άφησα μόνους με κάβα χαρά
Οι δόξες αγγίζουν καρδιές και τις σκίζουν
ζωή δεν χαρίζουν, θα κάψουν φτερά

Μου τα 'λεγες Νίκο, οι φίλοι θα μείνουν
τις ώρες που ξύνουν πληγές οι διωγμοί
Ψηλά κι αν ανέβεις τα φύλλα σου κλέβεις
σκληρά παζαρεύεις του χθες την τιμή

Μου τα 'λεγες Πάνο, οι γάμοι περνάνε
μου τα 'πες ρουφιάνε και δε σε ξεχνώ
Καλές οι δουλειές μου απ' έξω χαρές μου
και μέσα οι σιωπές μου, πιο μέσα κενό

Οι φίλοι μου όσα χάνω
οι φίλοι μου όσα πέρασα
Οι φίλοι μου όσα χάνω
κι όσα δεν ξεπέρασα
μου 'λειψαν και γέρασα

Μου τα 'λεγες Κώστα, δεν θα 'ναι ωραία
αν μείνουν παρέα τα χρόνια εκεί
Οι φίλοι περνάνε, ποτέ δεν ξεχνάνε
αυτούς που πουλάνε φτηνά τη φυγή

Μου τα 'λεγες Τάκη κι εγώ θα πονέσω
αν μόνος μου πέσω πιασμένος γερά
Τα βράδια στρωμένα ποτέ μεθυσμένα
μονάχα σφιγμένα ταξίδια μικρά

Δεν άκουγα Μήτσο, οι φίλοι πεθαίνουν
μακριά κι ανασταίνουν τα χρόνια κρυφά
Οι μνήμες κρατάνε ανάσες που πάνε
σ' αυτούς που γυρνάνε να μείνουν κοντά


ΣΑΡΑΝΤΑ ΠΡΩΙΝΑ

Μείνε καλή μου αναποδιά
μη σε νικήσω ακόμα
πρώτα να ζήσει η καρδιά
και ύστερα το σώμα

Μέτρησα σαράντα χρόνια
σαράντα πρωινά
σαράντα ατέλειωτα φιλιά, συμπόνια.
Σαράντα χρόνια αρμένιζα
χωρίς πανί κι αέρα
σαράντα χρόνια γκρέμιζα
του Έρωτα τη φοβέρα

Έρωτα κράτα / τα καλά μαντάτα
κράτα για το τέλος / το γλυκό σου βέλος

Μείνε γλυκιά μου προσμονή
κι ας έρθουν όλα εντάξει
Ό,τι καλό και να φανεί
τ’ όνειρο μην αλλάξει

Μέτρησα σαράντα ελπίδες
σαράντα μου εχθρούς
Σαράντα μέτρησε ο νους μου ασπίδες
Σαράντα χρόνια αγνάντευα
τα φώτα στο λιμάνι
τον Έρωτά μου μάζευα
ταξίδι να μην κάνει


ΗΛΙΟΥΠΟΛΗ ΦΙΛΩΝ

Τέλειωσε ο καφές στης Ηλιούπολης το χθες
κυλούν τα χρόνια στου Υμηττού τις παρυφές
Ένοχη εκδρομή απ' του σχολειού την αποχή
ως την πλατεία στου φρικιού την αντοχή

Έρωτα αδαή, Πολυτεχνείου μου βουή
απ' της Μαρίας τη φωτιά έχω καεί
Στέγνωσε η πληγή, Άγια Μαρίνα μ' οδηγεί
κι η εκπομπή στου χωρισμού μου τη σιγή

Ούτε ένα δάκρυ στα παλιά / και ούτε μια κουβέντα
κι όσα μας λείπουνε φιλιά / καινούργια φαλιμέντα

Φίλη λησμονιά θα μετρηθείς με τη χρονιά
όποιος ξεχνάει θα θυμάται πιο πολλά.
Οι καθηγητές πρώτοι ονείρων μας κριτές
όπου αγαπήσαμε μισήσαμε που λες

Στέλιο ΑΕΚτζή, πλάι στον Φώτη το γκολτζή
Δημήτρη Αντώνη στο Τορίνο ποιος μπορεί
Όποιος μένει εκεί ή όποιος θέλει φυλακή
σε ξενιτιά δυο συνοικίες παρεκεί

Το λέει πρώτα η καρδιά / πριν να το πουν τα χείλη
θα φύγει πρώτα αυτή η βραδιά / και ύστερα οι φίλοι

Καφενείου γουλιές, πρέφα στου Μήτσου τις βρισιές
και στου Αλέκου ο αριστερός μεζές
Από τη φωτιά, στου Λεωνίδα τη ματιά
αργοκερνώντας τα ουίσκια τα φτηνά

Να στάξεις Νίκο και σε μας / του χωρισμού σου αίμα
Εμείς σε φτάσαμε αργά / ποτέ δεν κάναμε παιδιά
κι ακόμα ψάχνουμε άλλης χρονιάς το θέμα


ΒΑΡΙΑ ΜΟΛΥΒΙΑ

Θεριά ανήμερα / τα λόγια σου σήμερα

Εγώ δεν είμαι θάλασσα
μαζί σου ν' αγριέψω
Κι αν είσαι θάλασσα εσύ
αντίο θα σου γνέψω

Να ταξιδέψω άργησα
μέσα στα όνειρά μου
Χίλιες φορές ναυάγησα
στα χίλια τα ποτά μου
μήπως σ' αγγίξω μάγισσα
μες στα ναυάγιά μου

Βαριά στην καρδιά μολυβιά
θα τραβήξει η βραδιά
που κλείνει την πόρτα και φεύγει μαζί σου
Βαριά στην καρδιά μολυβιά
και για πάντα βαριά
μια καρδιά θα χτυπάει για σένα θυμήσου

Θεριά ανήμερα / τα λόγια σου σήμερα

Εγώ δεν έχω όνειρο
στα πόδια του να πέσω
κι αν έχεις όνειρο εσύ
μέσα δε θα χωρέσω

Χίλιες φορές μοιράστηκα
στα χίλια τα φιλιά σου
να σ' αγαπήσω βιάστηκα
και πνίγηκα βαθιά σου
να χάνομαι κουράστηκα
μέσα στα πέλαγά σου


ΜΙΑ ΖΩΗ

Ήταν η πιο άγρια χρονιά
όλα τα στραβά μας ήρθαν φέτος
Λάθη κατακάθια στην καρδιά
πρωινές σιωπές, καφές μας σκέτος

Μια ζωή τα όνειρα μακριά
κι έμεινε άλλη μια να τα ζητάμε
Όμως δε βρεθήκαμε ξανά
μείναμε μακριά να μη χρωστάμε

Είπαμε να πάρει αυτή η χρονιά
δρόμο για ν' αλλάξει τον καιρό μας
Άντεξε δεν πήγε πουθενά
μοίρασε το κρίμα και στους δυο μας

Νύχτες τα ταξίδια μακρινές μας
όνειρα ναυάγια βαθιά
Σημαδέψαν όλες τις χρονιές μας
όνειρα ναυάγια βαθιά
Μείναν τα ταξίδια μακριά μας
όνειρα ναυάγια βαθιά μας


ΑΛΗΤΙΣΣΑ

Έφυγ' η αγάπη αλήτισσα
κι έκλαψα όσο είχε κλάψει
Απόψε πάλι ζήτησα
κερί η ζωή μου να τ' ανάψει

Γιατί αλήτεψες / γιατί με πίστεψες
γιατί δεν φέρθηκες καλά

Αλήτισσα που πρόδωσες αλήτη
τώρα που σ' έχασα κατάλαβα
τι πα' να πει να ψάχνεις άλλο σπίτι

Η αγάπη δύσκολο πολύ
στην πόρτα να 'σαι όταν βγαίνει
δύσκολο όμως πιο πολύ
να νοιώθεις πως σε περιμένει


ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΓΙΑ ΔΥΟ

Φίλε σου τηλεφωνώ / να σου πω ότι κι εγώ / όσο κι εσύ την αγαπώ.
Φίλοι τόσο καιρό / κερδισμένοι κι οι δυο
ή χαμένοι κι οι δυο / από τον ίδιο εχθρό / μια γυναίκα για δυο

Και πώς θα βγούμε απ' αυτό
το δύσκολο χορό
οι δύο μας μ' εναν εχθρό
μια γυναίκα για δυο

Φίλε ήρθα να σε βρω / για να δεις ότι κι εγώ / ούτε να κλάψω δε μπορώ.
Φίλε κάνω σταυρό / δε φταις εσύ ούτε 'γω / κι εγώ ξανά θα πνιγώ /
στο δικό της βυθό / μια γυναίκα για δυο

Τ' όνειρό μας κοινό / μας κοιμίζει και τους δυο
με έναν ωραίο εχθρό / μια γυναίκα για δυο

Φίλε κάνω σταυρό / να φύγω δεν το μπορώ
αν χάνεις, χάνω κι εγώ / μια γυναίκα για δυο

Ζαλισμένοι κι οι δυο / μέσα στον ίδιο χορό
μ' έναν ωραίο εχθρό / μια γυναίκα για δυο

Μικρό κοινό μυστικό / μοιράζαμε το κακό
Στα δυο τον ίδιο εχθρό / μια γυναίκα για δυο

Φίλε χαμένοι κι οι δυο / από τον ίδιο εχθρό
έναν ωραίο εχθρό / μια γυναίκα για δυο


ΠΑΛΙ ΩΡΑΙΟΙ

Δρόμο ζεις κι όταν τον χάσεις
κοίτα να τον προσπεράσεις

Όταν τέλειωσε η ελπίδα
τότε βρήκα φως και είδα
Δεν τελειώνει η χασούρα
και τελειώνει η σκοτούρα

Στην αγάπη τελευταίοι
πάλι θα 'μαστε ωραίοι
Δεν πα να 'μαστε δικέ μου
οι χαμένοι του πολέμου

Όταν πια ο δρόμος κλείσει
διώξε τον να βρεις τη λύση

Ό,τι χάνεις δεν μετράει
ξέχνα το και σε ξεχνάει

Περασμένα μεγαλεία
μην τα κλαις, βάλε τελεία


ΕΛΑ ΝΑ ΚΑΟΥΜΕ

Σαν τσιγάρου καύτρα η βραδιά
κάθε ανάσα χτύπος στην καρδιά
μας καίει μια ματιά μας κλεφτή
κι όσο είναι καυτή
ας καεί κι αυτή

Οι παλιές μας οι χρονιές περνούν
μας πληγώνουν κι έρωτα ξανά κερνούν
Αγάπη αγάπη μπορείς
να τα δώσεις όλα
να τα πάρεις όλα
να μας δώσεις κέρασμα ζωής

Έλα να καούμε
να παραδοθούμε
και να μοιραστούμε
άλλη μια ζωή

Έλα να καούμε
κι ότι ονειρευτούμε
να το μοιραστούμε
σ' άλλη μια ζωή

Μες στα μάτια χαρακιά στιγμής
και στο μπράτσο το σημάδι της τιμής
Αγάπη σαν χώρα μπορείς
να μας σμίξεις όλους
να μας διώξεις όλους
να μας δώσεις κέρασμα ζωής


ΜΠΑΛΑΝΤΑ
Δε θ' ανοίξω πανιά / αν δεν έρθεις κοντά
Δε θα βρω το νησί / αν δεν είσαι μαζί

Το πικρό του καφέ / δεν περνάει ποτέ
δεν αράζει ο καημός / πίκρα ο γυρισμός

Δεν υπάρχει πόνος π' άντεξα μόνος
μόνος δεν περνάει ούτε ο χρόνος

Το ταξίδι ηρεμεί / το γερμένο κορμί
Του φιλιού η στιγμή / οριζόντων γραμμή

Να φυσήξεις Νοτιά / στα δικά μας πανιά
και η πίκρα η παλιά /καλοτάξιδη πια

Όμορφη βραδιά γλυκά που περνάει
όμορφη βραδιά γλυκά θα πονάει


Χρεωμένη πόλη

Είσαι μια πόλη πνιγμένων δανεικών
Μια πόλη με κομμένη την ανάσα
Τα βράδια σειρήνες φτηνών συναγερμών
Ουρλιάζουν και σε πιάνουνε στα πράσα

Εδώ δεν πληρώνει κανείς
Εδώ μόνο λόγια χρωστάμε
ελπίδα ποτέ μη φανείς
σε δρόμους που δεν τους πατάμε

Είσαι μια πόλη του βιαστικού καφέ
Πρωί σε κυνηγούν οι λεπτοδείκτες
Τα βράδια παλεύεις πάνω στον καναπέ
με ρεπορτάζ που κρύβουνε τις νύχτες.

Είσαι μια πόλη κακών προγνωστικών
Μια πόλη μια τεράστια κερκίδα
Με δόσεις το μέλλον πιστωτικό παρόν
σε χάσανε στην πρώτη τους παρτίδα


ΜΟΝΟ ΤΑ ΛΑΘΗ ΜΟΥ ΘΥΜΑΜΑΙ

Μια βραδιά ακόμα αν λείψεις
Άλλη μια πληγή θ’ ανοίξεις
Στο γκρεμό σου θα με ρίξεις
Την ευθύνη πώς να κρύψεις
Θα σε κυνηγούν οι τύψεις

Μόνο τα λάθη μου θυμάμαι
Κι εσένα που 'χασα φοβάμαι

Σημασία αν δε μου δώσεις
Μια φορά αν δε με νοιώσεις
Αν δεν έρθεις να με σώσεις
Να το δεις θα με σκοτώσεις
Ακριβά θα το πληρώσεις

Μια βραδιά ακόμα αν λείψεις
Θα με φαν οι καταχρήσεις
Μες στον Άδη θα με ρίξεις
Για την Κόλαση θα στρίψεις
Θα σε κυνηγούν οι τύψεις


ΔΕ ΦΤΑΝΕΙ

Δε φτάσαν τα ποτά και οι καφέδες
που κέρασα πρωί την κούρασή μου
Κι αν σβήσαν της καρδιάς μου τους λεκέδες
δε φτάσανε για την καλύτερή μου
Ούτε αυτά δε φτάσαν

Δε φτάνει η βροχή που σε τραβάει
στο τζάμι μπρος να ψάχνεις τη μορφή σου
στα χνώτα ένα χαμόγελο που σκάει
δε έφτασε για την καλύτερή σου
Ούτε αυτό δε φτάνει

Και μη μου πεις πως φτάνει
Φτάνει πια να μην ξαναβρεθούμε
Ούτε αυτό δε φτάνει
ούτε αυτό δε φτάνει να σωθούμε
ούτε αυτό δε φτάνει

Δε φτάνεις ούτ' εσύ και να γυρνούσες
δε φτάνεις να ξυπνήσεις τη ζωή μου
Δε φτάνουν ούτε αυτά που μου στερούσες
δε φτάνουνε για την καλύτερή μου
Ούτε αυτά δε φτάνουν

Και μη μου πεις πως φτάνει
Φτάνει πια να μην ξαναβρεθούμε
Ούτε αυτό δε φτάνει
ούτε αυτό δε φτάνει να σωθούμε

Δε φτάνουν οι παλιοί καλοί μας φίλοι
που μοίραζαν τις νύχτες τους μαζί μας
Δε φτάνουνε τα ιδρωμένα χείλη
δε φτάνουνε για την καλύτερή μας
Ούτε αυτά δε φτάνουν

Δε φτάνει  το κρυφό μας το παιχνίδι
μας κέρδισε κι ακόμη μας κερδίζει
Δε φτάνει ούτε το τέλος που ’ρθε ήδη
Κανείς δε θα πειστεί για να ελπίζει
Ούτε αυτό δε φτάνει


Πάρε μπρος

Μόνο τα πρώτα όνειρά σου δεν ταξίδεψαν
Όλα τα επόμενα δραπέτευσαν σ’ αφήσαν
Τα φυλαχτά σου γίναν σφαίρες σε παγίδεψαν
στους εφιάλτες σου στον τοίχο σαν αφίσα

Σφίξε τα χέρια μ’ ό,τι πόνεσες και φίλα το
Σφίξε τα δόντια δυνατά για ν’ αγαπήσεις
Σφίξε τη βίδα στου μυαλού σου το ποδήλατο
Σφίξε στο διάολο τον κλοιό να τον τσιμπήσεις

Πάρε μπρος κάνε το βήμα
Πάρε μπρος δεν είσαι θύμα
Ακολούθα τη ματιά σου
Ήρθε η ώρα η δικιά σου

Μόνο οι πρώτες οι αγάπες δε γυρίζουνε
η Πηνελόπη Οδυσσέα δεν έχει άλλο
Οι στρατιώτες παίρνουν άδειες και βρίζουνε
καρδιά μου πάλι στο στρατώνα θα σε βάλω

Σφίξε στα βλέφαρα τους δρόμους που δε σ’ είδανε
Σφίξε τα δόντια σου την πόρτα πριν ανοίξεις
Σφίξε στα χείλη όσα λόγια δεν ξεφύγανε
Σφίξε τον πόνο στο λαιμό σου να τον πνίξεις


Πιο λογικός τρελαίνομαι

Τη Δευτέρα πληρώνω το σπίτι
Τρίτη Πέμπτη ο φόρος θαρθεί
Την Τετάρτη εισφορά σκάει μύτη
Κι ό,τι άλλο την Παρασκευή

Τίποτα δε λέω / για τα Σαββατιάτικα
Τα λεφτά μου κλαίω / πάλι Κυριακάτικα
Σπάω επιταγές / τα κερατιάτικα
Λες και θα φορέ/σω γαμπριάτικα

Το πρωί όλο σκάω λεφτά
Μεσημέρι το σκάω από σένα
Και τ’ απόγεμα τράκα ξανά
Για να βρω να πληρώσω κι εμένα.

(ΡΕΦΡΕΝ)
Τρελάρας ανασταίνομαι
κανείς δε μου τη λέει
Πιο λογικός τρελαίνομαι
με τόσα που ’χω χρέη.

Μπαίνει ο μήνας πριν απ’ το μισθό μου
Και θα φύγει μετά κι απ' αυτόν
Αποφεύγω και τον εαυτό μου
Όλο κάτι χρωστάω και σ’ αυτόν

Γιατί μένω πες μου / σπίτι Σαββατιάτικα
Τέλειωσε ο καφές μου / πάλι Κυριακάτικα
Φρέσκα χρέη και / μαζί μπαγιάτικα
Τα ομόλογα / πρωταπριλιάτικα

Άμα έχω στην τσέπη λεφτά
τα χρωστάω μας ποιος θα το μάθει
Κάθε βράδυ χρεώνω ποτά
Ακριβά να πληρώσω τα λάθη


ΚΙ ΑΝ ΕΙΧΑ ΔΕΥΤΕΡΗ ΖΩΗ

Σ’ έχω ανάγκη πιο πολύ
από το πρώτο το φιλί
το τελευταίο τσιγάρο.
Γι’ αυτό δε θέλω να τελειώσεις.
Γι’ αυτό δε θα ’ρθω το πρωί
Θα μείνω εδώ νυν και αεί
Ούτε τηλέφωνο θα πάρω
Δε θέλω να το μετανιώσεις

Σ’ όσους καθρέφτες έσπαγα / τη μούντζα μου σκορπούσα
Και μες στα καθρεφτάκια τους τα λάθη μου ζητούσα
Σε όσους με κορόιδευαν εγώ χαμογελούσα
Κι αν είχα δεύτερη ζωή ούτε αυτή θα ζούσα

Ποιος χρωστάει πιο πολλά
Ποιος πονάει και δε μιλά
Δεν έχει σημασία
Δε θέλω να τίποτα να δώσεις
Θα μείνω εδώ στα χαμηλά
Απ’ τη συγνώμη σου μακριά
Αν θέλεις πες το τιμωρία
Δε θέλω να με ξανασώσεις


ΒΑΛΕ ΜΙΑ ΦΩΝΗ

Στην αγκαλιά σου θα κλειστώ
και στη φωτιά θα μείνω
Απ’ τον καπνό σου θα πιαστώ
θ’ ανέβω και ας τσακιστώ
Εγώ εδώ θα μείνω
Θα πω ένα γεια στο Χάρο
στην αγκαλιά σου θα κλειστώ
σε λίγο που θα σβήνω
μαζί μ’ αυτό μου το τσιγάρο

Κι ας πάω κατά διαόλου
δε θα λυπηθώ καθόλου

Ο πόνος θέλει υπομονή
κι ότι πονάει ξενύχτι
Ψυχή μου, βάλε μια φωνή
όταν με δεις στο δίχτυ

Η πόλη στόμα ανοιχτό
μα πόρτα δεν ανοίγει
Απ’ το φεγγάρι θα πιαστώ
θ’ ανέβω και ας κρεμαστώ
ο ορίζοντας δεν πνίγει
Θα ψάξω το νησί μου
σε μιαν ακτή του να θαφτώ
καλή ζωή και λίγη
Ας γίνω ανάμνησή μου

Κι ας πάω κατά διαόλου
δε θα λυπηθώ καθόλου


ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΕΣ ΔΕΙΛΩΝ ΕΡΩΤΩΝ

Όλες οι θάλασσες ψιθύριζαν για σένα
με χίλιες λέξεις κάθε μια τους στον αφρό
Όλες οι ελπίδες μου στον πάτο ανασαίναν
Τις νύχτες που 'λειπες ζητούσα να πνιγώ

Και όμως σύρθηκα κοντά σου
να βρω μια ακόμα μαχαιριά σου
κι ας τσακωθώ με το Θεό.
Χτύπησα κι άνοιξες, φαντάσου
την τελευταία αγκαλιά σου
στ' αγκάθι της να καρφωθώ

Όλα τα σύννεφα βαφτήκανε για σένα
στ' άψυχο κόκκινο απ' τις φλέβες μου κρασί
κι όμως τα χείλη μου απ' τα χείλη σου βυζαίναν
το πιο γλυκό σου δηλητήριο φιλί

ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΙΝ ΑΙΩΝΑ
Μου ήρθε χθες σαν περσινός
απλήρωτος λογαριασμός
κι είπε πως με μισούσε.
Της θύμισα τι έταξε
Πως φταίω εγώ μου πέταξε
τα ρέστα μου ζητούσε.

Το είπε λέει ο Πρόδρομος
πως έρχεται η κρίση
Κι ο χωρισμός μονόδρομος
Στο λέω, έχει λαλήσει

Το γράφουν τα σημάδια της στ’ αμαρτωλά σεντόνια
Αυτήν η κρίση τη βαράει από τον πριν αιώνα.
Αν ειν’ η σχέση μας γιαπί
και φταίει το επιτόκιο
θα πάρω βάρκα με κουπί
να φτάσω ως το Τόκυο

Μου ήρθε χθες με το καρνέ
Γεμάτο λόγια βερεσέ
Για να μου τα χρεώσει
Εγώ την ευχαρίστησα
Μα δεν αλλαξοπίστησα
Και θα μου το πληρώσει

Βρήκε την η ευκαιρία της
Πάλι να ξεπορτίσει
Κι όλη την αμαρτία της
τη φόρτωσε στην κρίση

Το γράφουν τα σημάδια της στ’ αμαρτωλά σεντόνια
Αυτήν η κρίση τη βαράει από τον πριν αιώνα.
Αν ειν’ η σχέση μας γιαπί
και φταίει το επιτόκιο
θα πάρω βάρκα με κουπί
να φτάσω ως το Τόκυο


ΑΠ’ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ ΤΩΝ ΣΒΗΣΜΕΝΩΝ ΜΟΥ ΛΕΞΕΩΝ
Πού πήγε και τελείωσε κι αυτό το καλοκαίρι
Βαρύ ξενύχτι κάλεσε το αντίο με το χέρι
Ποιος έσβηνε τη ρότα μας ποιος πρόλαβε να ξέρει
Πού πήγε και μας γέλασε κι αυτό το καλοκαίρι

Εγώ Βοριάς μες στον καιρό που βρήκα στ’ όνειρό μου
απ’ του κορμιού σου αρπάχτηκα το πιο οργισμένο κύμα
Ικέτης μες στα μάτια σου να δω τον εαυτό μου
να κλέβει απ’ τα χείλη σου σταλιά κρασάκι χύμα

Πού πήγε και τελείωσε και φέτος η Ικαρία
Ελένη, μια βδομάδα σου χτίζει ξανά την Τροία
Κι ας την αλώσει άλλη μια καινούργια ιστορία
Πού πήγε και μας γέλασε και φέτος η Ικαρία

Αϊράκι
Το ποτό μου δεν το πνίγω
το πολύ πάντα είναι λίγο
Σε χορεύω, βήμα ανοίγω
στην αρχή μου καταλήγω


Έρωτά μου μελτεμάκι
Αχ, μου κάρφωσες το βέλος
Κι αν τελειώνεις Αϊράκι
σε διαβάζω απ’ το τέλος


Όνειρό μου τα βουνά σου 
ξύπνημα τα κύματά σου 
Κάθε αύριο τα παιδιά σου 
κι ένας όρκος κάθε γεια σου


Ήρεμος Βοριάς

Ποτέ δεν τρέχω στο βυθό / Όχι πως τρέμω μη χαθώ
Κι αν δε σε σκέφτομαι μην πεις πως τάχα θέλω άλλα
Κι όσο δε βιάζομαι να ’ρθώ / Δεν είναι μη σε θυμηθώ
Μην πεις ποτέ πως πέταξα στους φίλαθλους τη μπάλα

Ποτέ δε χάθηκα ποτέ / φταίει μονάχα που με ψάχνεις
Βιασύνη λένε τον ιστό της πιο κακής αράχνης
Άμα με βρεις θα ’δες αλλού
Με τη λοξή / αριστερή ματιά του φεγγαριού

Πάντα γυρεύω την αιώρα μου / για τον αέρα μου
Πάντα παντού φτάνω στην ώρα μου / Όχι στη μέρα μου
Αν είμαι δίπλα σου μην ψάχνεις για καμία αμφιβολία
Δες πότε ξεφυσάει στα μάτια σου Βοριάς από την Ικαρία

-Ο ήρεμος πολύχρονος Βοριάς από την Ικαρία-

Κλείνε τα μάτια να μ’ ακούς / Μέσ’ απ’ τους χάρτες τους παλιούς
Και στα ταξίδια στις γραμμές που σφίγγουν οι παλάμες
Εγώ σε βλέπω στους καπνούς / Κι όλο στολίζω ουρανούς
Ανακατεύω συννεφιές στους Ρήγες και τις Ντάμες

Ποτέ δε χάθηκα ποτέ / φταίει μονάχα που με ψάχνεις
Βιασύνη λένε τον ιστό της πιο κακής αράχνης
Πες θα με βρεις αν δεις αλλού
Στη σκοτεινή / αριστερή μεριά του φεγγαριού
 


Πριν χαθούμε ξανά

Κλάψε με / με το ψέμα σου φτιάξε με
Και στο Διάολο τάξε με
πριν χαθούμε ξανά
Μπήκαμε / σ ένα σπίτι, καήκαμε
μ’ ένα δάκρυ πλυθήκαμε
πριν χαθούμε ξανά

Φώναξέ μου ένα ταξί
Δε θα φύγουμε μαζί

Φτύσε με / απ’ τα μάγια σου λύσε με
με κατάρες σου ντύσε με
πριν χαθούμε ξανά
Θέσαμε / όρια κι έξω πέσαμε
σ’ όνειρο δε χωρέσαμε
πριν χαθούμε ξανά


Σκόνη απ’ τη φωνή σου

Οι αγάπες δεν τελειώνουν μόνες τους
προδοσίες κατεβάζουν τις εικόνες τους
Οι χαμένοι ζούνε στις κρυψώνες τους
μόνο ήττες δικαιώνουν τους αγώνες τους

Βρήκα τη μορφή σου / σ΄ ένα κινητό
σκόνη απ’ τη φωνή σου / σ’ έναν αριθμό
Ποια ζωή νικάει  / η παλιά πληγή
πιο πολύ πονάει / όταν ξεχαστεί

Οι καρδιές μας δεν κλειδώνουν μόνες τους
είναι μάτια βουλιαγμένα στις οθόνες τους
καίνε κι εξατμίζουν τις σταγόνες τους
όσο δεν παραβιάζουν τους κανόνες τους

Βρήκα τη μορφή σου / σ΄ ένα κινητό
σκόνη απ’ τη φωνή σου / σ’ έναν αριθμό
Όλοι σου χρωστάνε / μα δεν ξέρεις ποιοι
βράδια σε μεθάνε / κι ας μην τα ’χεις πιει


ΤΟ ΞΥΛΙΚΙ

Είναι κάτι πρωινά, κάτι απογεύματα
που λες κρατάνε μέρες και βδομάδες
συναπαντιούνται αντίθετα δυο ρεύματα
κι αρχίζουν αγκαλιές οι δυο Ελλάδες

Κι απ’ την Αθήνα στη Σαλονίκη
Όλη η Ελλάδα παίζει ξυλίκι

Μεταξωτή κορδέλα φύκι
κι ούτε δίφραγκο για νοίκι

Είναι κάτι αγωνίσματα που αγάπησα
το κλάμα και το τρέξιμο στους δρόμους
Κάτι παιχνίδια παιδικά που δεν παράτησα
κάτι παλιό σαν κλέφτες κι αστυνόμους

Έρχονται κάτι στιγμές μες στα σοκάκια
ξαναγινόμαστε παιδιά με κοντά παντελονάκια
άλλοι κρατούν στα χέρια τους βρισιές
και άλλοι ροπαλάκια


ΠΡΙΝ ΜΟΥ ΦΥΓΕΙΣ ΞΑΝΑ
Αν μου φύγεις ξανά δε θα κλάψω για σένανε
θα φορέσω καινούργια φτερά
Αν μου φύγεις ξανά θα γελάω με μένανε
που σε πήρα πολύ σοβαρά

Αν μου φύγεις ξανά θα χορεύω στο βήμα σου
σ' ό,τι αφήνεις θα βάζω φωτιά
Κάπου να 'βρω στεριά δε με πνίγει το κύμα σου
κι ας με καίει τ' ουρανού η ματιά

Πριν να φύγεις ξανά
να το μάθεις καλά
η παλιά μαχαιριά δεν πονάει
Αν μου φύγεις ξανά
να προσέξεις καλά
είναι κόλπο παλιό, δεν περνάει

Αν μου φύγεις ξανά θα γλεντήσω στη στάχτη μου
με αλήτες θεούς συντροφιά
Μ' ανοιγμένα πανιά θα σταθώ στο κατάρτι μου
ν' ακουμπήσω τ' αστέρια ξανά

Αν μου φύγεις ξανά δε ζητάω το τώρα σου
Το "Για πάντα", κρατάει μια στιγμή
Αν μου φύγεις ξανά τα ποτέ μου για δώρα σου
Δυο μινόρε απαιτούν οι διωγμοί


ΤΟΣΟ ΝΩΡΙΣ
Πάντα όταν νομίζω πως μου λείπεις
αερικά με κούρσες τρέχουνε,
ρίχνουν βαριές ποινές οι δικαστές
κι η βροχή τ’ Αυγούστου μου καίει τον ουρανίσκο.
Τότε νομίζω πως σε βρίσκω
μες στο φρικτό ποτήρι του τρελού,
που τ’ άφησε γεμάτο για κανέναν.

Κάντε μου τη χάρη μάγκες,
επιβάλουν οι ανάγκες,
μη βιαστεί άλλος κανείς
και χαθεί πριν από μένα, τόσο νωρίς

Πάντα όταν νομίζω πως μου λείπεις
οι σκέψεις χρώμα έχουνε
κι ιδέες μες του ’80 τις γουλιές.

Πνίγω κι άλλα φώτα στα μάτια μου που κρύβουν
κάποιες σκιές θεών που σκύβουν
κι όλοι κρυφά δικαίωση ζητούν
που άφησ’ ο αιώνας για κανέναν

Καμιά φορά μονάχος μου χορεύω
Καμιά φορά η νύχτα μού τελειώνει
ξυπνάω πρωί ζητώ δρόμο να πάρω
η μέρα μου ανάγκες ξημερώνει
θα βρίζω όταν πιάνω το τιμόνι
ξανά στο παρελθόν μου θα τρακάρω

Καμιά φορά θα φύγουνε οι φίλοι
κι εγώ με τις σκιές τους θα παλεύω
Κρυφά μια σκέψη θα μου ξαναστείλει
το όνομα που μου ’καψε τα χείλη
κι απ’ τ’ όνειρο χαμόγελα θα κλέβω

Καμιά φορά τους άγγελους ζηλεύω
Καμιά φορά ψηλά λέω θ’ ανέβω
Καμιά φορά το θάνατό σου κλέβω
Καμιά φορά μονάχος μου χορεύω

Μες στο βήμα μου μπες / Και ψάξε τη χαρά μου
Βάλε εσύ τις φωνές / Κι εγώ τα δυνατά μου

Καμιά φορά οι νύχτες δε με κρύβουν
εμένα δεν αντέχω να θυμάμαι
Τα όνειρα άλλες πόρτες δεν ανοίγουν
σ’ εμένα όταν πονούσα καταλήγουν
εκεί που δεν αντέχω μέσα να ’μαι

Κι αν έχω ένα κορμί και μια πατρίδα
δεν ξέρω από πού στο δρόμο βγήκα
Τα χρόνια των παιδιών μου μπρος μου είδα
κι αν δω μες στον καφέ μου καταιγίδα
θα πω, στο κατακάθι βρήκα γλύκα.


Πατρίδα η στάχτη στις ψυχές των άλλων
Ανάσες που καίνε
τα βαριά τα μπαλόνια
που όλο σκάνε και κλαίνε
που αναπνέουν ξανά

Πάλι φταίμε
εμείς που αγαπάμε
Μόνο χρόνια μας κλαίμε
κι όλο πάμε
Εκεί που μας διώχνουν εμάς που αγαπάμε

Γυρνούν κι όλο φεύγουν
τα καλύτερα χρόνια
τα πανιά τους χαϊδεύουν
να σηκώσουν ξανά

ΔΕΚΑ ΧΤΥΠΟΙ
Ήρθα να ζήσω στ’ όνειρό σου
κι έφυγα λίγο πριν ξυπνήσω
Ό,τι θυμάμαι στο πλευρό σου
μια μυρωδιά  με ήχο ίσο

Και μ’ ένα όνομα σε είδα
Και μ’ άλλο όνομα σε ήπια
Κι απ’ την αρχή σε είπα ελπίδα
Κι από το τέλος σημαία τρύπια

Λίγο πολύ σε συνηθίζω
Και λίγο το πολύ μου λείπει
Ό,τι θυμάμαι σου θυμίζω
Κι ό,τι πονάμε δέκα χτύποι


ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΣΕΝΑ
Ήθελα να ’σαι εδώ
να ζούσες κι εσύ ό,τι μας λείπει τώρα
εκτός από σένα.
Ήθελα να ’σαι εδώ
στα χρόνια τα πριν κι ό,τι θυμάμαι τώρα
εκτός από σένα.
Ήθελα να ’σαι εδώ
αργά ή νωρίς μ’ ό,τι αντέχεις τώρα
εκτός από σένα

Όλα για μία Νίκη, όλα για μια Χαρά, όλα για μια Μαρία
εκτός από σένα
Όλα μια τιμωρία, μια νίκη, μια χαρά
εκτός από σένα

Ήθελα να μου πεις
ποιο αχ ποιας κραυγής ελεύθερο θα μείνει
εκτός από σένα
Ήθελα να μου πεις
για προίκα ποιανής ποιο χρέος θα μας μείνει
εκτός από σένα
Ήθελα να μου πεις
χρωστάει κανείς το μέλλον που θα μείνει
εκτός από σένα.

Ποιος ζούσε φτηνά
το θάβει ξανά
στη βέρα η μαμά
με ό,τι πονά
εκτός από σένα.
Αν λείπουμε εμείς
ποτέ μην το πεις
θα μας θυμηθείς
με όλα όσα ζεις
εκτός από σένα

«Σ’ όσους καθρέφτες έσπαγα τη μούντζα μου σκορπούσα.

Και μες στα καθρεφτάκια τους τα λάθη μου ζητούσα.

Σε όσους με κορόιδευαν εγώ χαμογελούσα.

Κι αν είχα δεύτερη ζωή ούτε αυτή θα ζούσα.»



Η μάνα μου δεν έμαθε πώς ντύθηκα γαμπρός
χωρίς μια βέρα ούτε γι’ αυτήν,
ούτε δυο κέρματα στα μάτια να πληρώσω στο βαρκάρη.

Δεν ξέρω ποιος λυπήθηκε, δε μου ’λειψε κανείς.
Περνάω την ώρα μου ξοδεύοντας ειδήσεις κάποιου αιώνα.

Η μάνα μου δεν έμαθε πώς πέθανα ξανά
όταν με βρήκε σ’ ένα γράμμα να γελάω για κάποια χρόνια.

Και πήγα κι έγινα οσμή στην ιδρωμένη μου φανέλα
που στέγνωνε όσο γέρναγε η σκόνη με τα λόγια στη ντουλάπα

Και πήγα κι έγινα ανάμνηση που ζήλεψε κι εμένα.
Ας ξαναζήσω, είπα κι ας μην ξέρω τι θ’ αφήσω να θυμάμαι.

Τη βρήκα σ’ ένα δρόμο να με ψάχνει μπρος σε πάγκους
που φόρτωναν για πούλημα οι ξένοι τα παιδιά τους

Η μάνα μου δεν έμαθε πώς δάκρυσε μετά
όταν της είπανε τα μάτια μου σβηστά πως την πονάω

Δεν κοίταζα όμως πια πεσμένο το ποδήλατο απ’ τη μάντρα
πριν τα γυαλιά πρεσβυωπίας που ’χα αφήσει να κρυφτούν μες στο τσεπάκι.

Το μαύρο μου πουκάμισο συνάντησαν στο πέτο δύο τρίχες  του παππού
που άρχιζαν κι εκείνες να στολίζουν και ν’ αφήνουν το ξερό μου το κεφάλι

Έτσι ωραίο με φαντάστηκε, δεν άξιζα όμως τόσο.
Ούτε, ζωή μου, άξιζα στη μάνα μου ποτέ μου να γυρίσω.


ALTA  MAR
Όμορφη που 'ναι η άλλη θάλασσα
φιλιά σε όνειρα που δεν τα κυνηγούσες
Όμορφη που 'ναι η άλλη θάλασσα
βουτιά σε χρόνια εφηβικά όταν αργούσες

Όμορφη που 'ναι η άλλη θάλασσα
κι εσύ π' ούτε δουλειά δεν  θες ν' αλλάξεις
Ό,τι περνάει κρυφά στην άλλη θάλασσα
να 'ταν δικό σου λες, ξανά μην το πετάξεις

Όμορφη που 'ναι η άλλη θάλασσα
σαράντα κύματα κερνούσες να μεθύσεις
Όμορφη που 'ναι η άλλη θάλασσα
μια επανάσταση που δίστασες να ζήσεις



ΔΕΝ ΤΡΕΧΕΙ ΤΙΠΟΤΑ
Το σπίτι και οι τσέπες ρημάδια
ούτε ανάσα ούτε φίλοι στο πλευρό
τι φέρνουν τα επόμενα βράδια
το ψιθυρίζει πριν τα χείλη το μυαλό
Δεν τρέχει τίποτα

Στα πρώτα στέκια οι νικητές που θα κεράσεις
γυρνάς τα μάτια στους καφέδες των σταθμών
να κάνουν πέρα τη γραμμή για να περάσεις
κάποιοι γελάνε μα δε βλέπουν τον καιρό
Δεν τρέχει τίποτα

Δεν τρέχει τίποτα λοιπόν
δεν τρέχει τίποτα
Χτυπάει ακόμα η καρδιά
δεν τρέχει τίποτα

Γκρεμίζεις τα παλιά σου τα τείχη
στην ίδια πόλη βλέπεις άλλα πρωινά
μια βόλτα όπου φτάνουν οι στίχοι
για να μπορέσεις να φωνάξεις δυνατά
Δεν τρέχει τίποτα

Θα ταξιδέψεις για ν' αλλάξεις τ' όνειρό σου
και θ' αρνηθείς να μεγαλώνεις όπως χθες
γυρνάς την πλάτη και στον άσχημο καιρό σου
και νέοι δρόμοι μέσα στις αποσκευές
Δεν τρέχει τίποτα

Είμαστε μόνο μικρά παιδιά
στα ζόρια ανύποπτα

Ο,ΤΙ ΓΥΑΛΙΖΕΙ ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΥΛΗ

Τις τελευταίες μου στιγμές δίπλωσα στο χαρτί μου
ένα φιλί ζωγράφισα κι έφυγα απ’ τη ζωή μου.
Τα πιο ελαφρά μου βήματα στο βλέμμα του θανάτου
τα μέτρησαν τα θύματα χαροκαμένης βάτου

Ό,τι γυαλίζει απ’ τα σπαθιά στου πόλεμου τα μάτια
είναι το χρήμα στη σκιά, η αλήθεια στην πραμάτεια.

Ό,τι γυαλίζει απ’ τα φιλιά και του γκρεμού τα χείλη
είναι τα λόγια τα φτηνά κι όσοι ντυθήκαν φίλοι.

Ό,τι γυαλίζει απ’ την αυλή είναι παλιά σχολεία.
Το γέλιο πίσω απ’ το γυαλί μού κόβει την ταινία

Τα όνειρα βαρέθηκαν κι έφυγαν απ’ τον ύπνο
Με τον Ιούδα δέθηκαν στον τελευταίο δείπνο.
Τα πιο ελαφρά μου βήματα στο βλέμμα του θανάτου
τα μέτρησαν τα θύματα χαροκαμένης βάτου